Μεθαμφεταμίνη σε παιδιά 12–15 ετών: Παραμένει η οκταετής φυλάκιση – Απορρίφθηκε η έφεση για αύξηση της ποινής

Το Εφετείο χαρακτήρισε ιδιαιτέρως σοβαρή την υπόθεση, κρίνοντας ωστόσο ότι οι ποινές αποτυπώνουν επαρκώς τη βαρύτητά της. Καθοριστικό μέρος του σκεπτικού αφορούσε την προσπάθεια να συνυπολογιστούν επιβαρυντικά περιστατικά από κατηγορίες που είχαν ανασταλεί.

Η αναστολή μέρους των αρχικών κατηγοριών και τα όρια των περιστατικών που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αποτέλεσαν κεντρικό ζήτημα στην απόφαση του Εφετείου Κύπρου για υπόθεση προμήθειας μεθαμφεταμίνης σε τέσσερα παιδιά.

Με ομόφωνη απόφαση, ημερομηνίας 14 Οκτωβρίου, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα για αύξηση των ποινών που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείο. Έτσι, παραμένουν οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των οκτώ ετών.

Ο καταδικασθείς ήταν 27 ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, ενώ οι τέσσερις ανήλικοι στους οποίους προμήθευε την ουσία ήταν ηλικίας 12 έως 15 ετών.

Οι κατηγορίες που αναστάληκαν και το σκεπτικό του Εφετείου

Το αρχικό κατηγορητήριο περιλάμβανε 22 κατηγορίες προμήθειας μεθαμφεταμίνης: πέντε για μία ανήλικη, επτά για δεύτερη, πέντε για τρίτη και πέντε για έναν ανήλικο.

Η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε ορισμένες από αυτές. Ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε τελικά 13 περιπτώσεις προμήθειας άγνωστων ποσοτήτων μεθαμφεταμίνης: τρεις για την πρώτη ανήλικη, τέσσερις για τη δεύτερη και από τρεις για τα άλλα δύο παιδιά. Καταδικάστηκε επίσης για κατοχή 0,08 γραμμαρίων μεθαμφεταμίνης, ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α.

Το Εφετείο παρατήρησε ότι η πρωτόδικη παρουσίαση των γεγονότων περιοριζόταν ουσιαστικά στην παράθεση όσων είχε αναφέρει κάθε ανήλικος στην κατάθεσή του. Έκρινε ότι αυτό δεν αρκούσε για να διευρύνει επιβαρυντικά το πλαίσιο των 13 περιπτώσεων προμήθειας, οι οποίες εκτείνονταν σε διάστημα τρεισήμισι μηνών.

Δεν αποδέχθηκε, συνεπώς, την εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα ότι «εν όψει της …παράθεσης των γεγονότων…οι κατηγορίες που αφορούσαν την προμήθεια της μεθαμφεταμίνης στους ανήλικους…ήταν ενδεικτικές του εύρους της εγκληματικής του συμπεριφοράς (specimen charges)».

Κατά την κρίση του, η επιδίωξη να ληφθούν υπόψη ως επιβαρυντικά τα γεγονότα κατηγοριών που είχαν ανασταλεί ήταν ανακόλουθη και άδικη σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.

Οι συνέπειες για τα παιδιά

Παρά την απόρριψη της έφεσης, το Εφετείο υπογράμμισε τη σοβαρότητα της υπόθεσης και τις συνέπειες της δράσης του καταδικασθέντος στους ανηλίκους.

«Θεωρούμε τη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαιτέρως σοβαρή. Τα θύματα ήταν παιδιά. Οι συνέπειες των πράξεων του Εφεσίβλητου τραγικές, αφού το ένα παιδί εθίστηκε, η δε αδελφή της κατέληξε στο νοσοκομείο από τη χρήση της μεθαμφεταμίνης που της προμήθευε και στην οποία την ώθησε ο Εφεσίβλητος να εθιστεί δίδοντας της και ποσότητες δωρεάν, όπως και στους άλλους τρεις ανήλικους στην προσπάθεια του να τους μετατρέψει σε «συνεργάτες» του ώστε να προμηθεύουν και άλλους ανήλικους με μεθαμφεταμίνη», τονίζει στην απόφαση.

Το Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στις επισημάνσεις του Κακουργιοδικείου για τη συγκεκριμένη ουσία: τη μεγάλη πιθανότητα κακής χρήσης και εξάρτησης, την ταχεία ανάπτυξη εθισμού και τις πιθανές συνέπειες, μεταξύ των οποίων κατάθλιψη, παράνοια, βίαιη συμπεριφορά, νεφρική ανεπάρκεια και εσωτερική αιμορραγία.

Γιατί ζητήθηκε αυστηρότερη ποινή

Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε τις πρωτόδικες ποινές ως έκδηλα ανεπαρκείς, επικαλούμενος τη βαρύτητα των αδικημάτων, την αυξητική τάση διάπραξής τους και την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από ελεγχόμενα φάρμακα Τάξεως Α.

Υποστήριξε ακόμη ότι το Κακουργιοδικείο απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες και στους μετριαστικούς παράγοντες του εφεσίβλητου.

Πρωτοδίκως είχαν συνεκτιμηθεί το λευκό ποινικό μητρώο του, το γεγονός ότι ήταν και ο ίδιος χρήστης μεθαμφεταμίνης και η παραδοχή του, η οποία έγινε μετά από μερική ακρόαση. Το Κακουργιοδικείο είχε παράλληλα επισημάνει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.

Το Εφετείο έκρινε ότι οι προσωπικές συνθήκες αντιμετωπίστηκαν με τον ενδεδειγμένο τρόπο, υπενθυμίζοντας ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, έχουν περιορισμένη βαρύτητα στις υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών.

Επικύρωσε επίσης την απόρριψη της εισήγησης της υπεράσπισης ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν από «επιπολαιότητα και απερισκεψία», λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο δράσης του εφεσίβλητου.

Δεν διαπιστώθηκε λόγος επέμβασης

Στην τελική του κρίση, το Εφετείο αναγνώρισε την αυξημένη βαρύτητα της προμήθειας ναρκωτικών σε ανηλίκους, χωρίς να θεωρήσει ότι δικαιολογείται μεταβολή των ποινών.

«Η υπό κρίση είναι σοβαρότερη των πιο πάνω υποθέσεων, ακριβώς λόγω του ότι τα άτομα τα οποία προμήθευε ο Εφεσίβλητος ήσαν ανήλικα. Αυτού λεχθέντος, θεωρούμε ότι η αυξημένη αυτή σοβαρότητα αντανακλάται επαρκώς στις επιβληθείσες ποινές. Υπό το φως των ανωτέρω δεν συντρέχει κανένας λόγος επέμβασης στις επιβληθείσες ποινές», καταλήγει η απόφαση.