Τραπεζικά έγγραφα και διαφορετικές ερμηνείες για τη μεταβίβαση ακινήτου παρουσίασε η υπεράσπιση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Κοπτίδης απέρριψε ότι παραμένει χρέος του Μητροπολίτη προς τη Μονή, ενώ εξετάστηκε και για τις διαδικασίες της 5ης Μαρτίου 2024.
Πληρωμές προς πρόσωπα που συνδέονται με τον Μητροπολίτη Ταμασού, η διευθέτηση οικονομικών εκκρεμοτήτων με τη Μονή Οσίου Αββακούμ και οι συνθήκες των φερόμενων παραδοχών των κατηγορουμένων απασχόλησαν τη Δευτέρα το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, κατά την αντεξέταση του αρχιμανδρίτη Διονυσίου Κοπτίδη.
Η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι η μεταβίβαση οικιστικού τεμαχίου από τη Μητρόπολη στη Μονή συνιστούσε εξόφληση οφειλής, προβάλλοντας τη θέση ότι αποτελούσε έκφραση εκτίμησης για την οικονομική συνδρομή των μοναχών. Ο μάρτυρας επέμεινε στην αντίθετη εκδοχή, δηλώνοντας ότι «μεταβιβάσεις κτημάτων δεν γίνονται ως ένδειξη σεβασμού».
Στη διαδικασία εξετάστηκαν επίσης η διαχείριση της Μονής μετά τις 5 Μαρτίου 2024, η προετοιμασία εγγράφων για το Επισκοπικό Δικαστήριο και οπτικοακουστικό υλικό από τις κάμερες της Μονής.
Τα τραπεζικά έγγραφα και οι απαντήσεις του μάρτυρα
Κατά την αντεξέταση από τον Ευστάθιο Ευσταθίου, δικηγόρο του δεύτερου κατηγορουμένου, πατρός Πορφυρίου, παρουσιάστηκε αποδεικτικό καταβολής 13.000 ευρώ προς τον αδελφό του Μητροπολίτη, με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 2021.
Ο κ. Κοπτίδης αναγνώρισε το πρόσωπο, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη συναλλαγή ούτε ποιος είχε ζητήσει να πραγματοποιηθεί. Κατά την υπεράσπιση, η πληρωμή αφορούσε συνεισφορά σε χριστουγεννιάτικη δραστηριότητα της Μητρόπολης.
Ακολούθησε η παρουσίαση επιταγής 4.000 ευρώ, ημερομηνίας 26 Δεκεμβρίου 2021, προς πρόσωπο που ο μάρτυρας γνώριζε ως επισκέπτη της Μητρόπολης. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η καταβολή συνδεόταν με υπηρεσίες στην προεκλογική εκστρατεία του Μητροπολίτη για τις αρχιεπισκοπικές εκλογές.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε εάν είχαν παρασχεθεί υπηρεσίες ούτε ποιος είχε δώσει την εντολή πληρωμής. Εξήγησε ότι εκείνη την περίοδο σπούδαζε και δεν ήταν πρωτοσύγκελλος, ώστε να έχει γνώση των συγκεκριμένων ζητημάτων.
Παρουσιάστηκε ακόμη τραπεζικό αποδεικτικό μεταφοράς 21.900 ευρώ από τρίτο πρόσωπο σε εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων, στις 16 Αυγούστου 2021, με αναφορά στη Μητρόπολη Ταμασού. Ερωτηθείς εάν επρόκειτο για πληρωμή σχετική με μεταφορικά μέσα της Μητρόπολης, ο κ. Κοπτίδης δήλωσε άγνοια.
Η συμφωνία και η διαφωνία για το ακίνητο
Η συμφωνία της 6ης Φεβρουαρίου 2024 αποτέλεσε βασικό σημείο της αντεξέτασης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αφορούσε τη διευθέτηση οφειλών για κεφαλαιουχικούς φόρους και τρέχουσες δαπάνες. Η μεταβίβαση οικιστικού τεμαχίου προβλεπόταν ως τρόπος εξόφλησης του ποσού που απέμενε να καταβάλει η Μητρόπολη προς τη Μονή.
Για τη Μητρόπολη υπέγραψε ο Μητροπολίτης Ταμασού και για τη Μονή ο πατήρ Πορφύριος. Ο τότε ηγούμενος, πατήρ Νεκτάριος, δεν υπέγραψε, επειδή, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας, είχε ενημερώσει ότι δεν μπορούσε να παραστεί.
Στο σημείο αυτό, ο κ. Κοπτίδης ανέφερε ότι, εξετάζοντας στοιχεία της περιόδου, εντόπισε ανανέωση συνδρομής σε διαδικτυακή πλατφόρμα γνωριμιών. Κατά τη μαρτυρία του, η χρέωση έγινε στην κάρτα του πρώτου κατηγορουμένου και φέρεται να πραγματοποιήθηκε την ημέρα της συμφωνίας.
Η Μαρία Κέστωρος, δικηγόρος του πατρός Νεκταρίου, υπέβαλε ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε ως ευχαριστία για οικονομική βοήθεια προς τη Μητρόπολη. Συνέδεσε τη θέση αυτή με ποσά που, σύμφωνα με την υπεράσπιση, είχαν καταβληθεί σε επικοινωνιολόγους κατά την προεκλογική εκστρατεία του Μητροπολίτη, καθώς και στον αδελφό του.
Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή, λέγοντας ότι «κανένας δεν μεταβιβάζει σε μονές τεμάχια για τέτοιου είδους ενέργειες».
Η υπεράσπιση του δεύτερου κατηγορουμένου υποστήριξε επίσης ότι το δάνειο από τη Μονή δεν είχε εξοφληθεί και ότι παρέμενε οφειλή άνω των 150.000 ευρώ. «Ο Μητροπολίτης δεν χρωστά τίποτα», απάντησε ο κ. Κοπτίδης.
Οι επτά επιταγές από τον Άγιο Νικόλαο
Ξεχωριστό μέρος της εξέτασης αφορούσε επτά επιταγές, συνολικού ποσού 18.776,58 ευρώ, που εκδόθηκαν από τον λογαριασμό της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο Φτερικούδι, από τις 20 Ιουνίου έως τις 13 Ιουλίου 2020.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε παραλάβει σχετικά πρακτικά της εκκλησιαστικής επιτροπής. Η υπεράσπιση εξήγησε ότι τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμό των κατηγορουμένων ώστε να εξοφληθούν με μετρητά έμποροι και πιστωτές του ναού που δεν αποδέχονταν επιταγές.
Κατά τον κ. Κοπτίδη, οι προμηθευτές μπορούσαν να πληρωθούν απευθείας από το ταμείο της εκκλησίας. Πρόσθεσε ότι η μεταφορά χρημάτων σε προσωπικό λογαριασμό δημιουργεί ενδείξεις προσωπικού οφέλους.
Οι ενέργειες της 5ης Μαρτίου και το Επισκοπικό Δικαστήριο
Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι στις 5 Μαρτίου 2024 ενήργησε σε ορισμένα ζητήματα κατόπιν οδηγιών του Μητροπολίτη. Στις ενέργειες αυτές περιέλαβε την προετοιμασία εγγράφων για ποινές και παραδοχές ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου, αλλά και εξουσιοδοτήσεων για είσοδο κληρικών και λαϊκών στη Μονή.
Η υπεράσπιση αμφισβήτησε τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι φερόμενες παραδοχές του πατρός Πορφυρίου, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε ψυχολογική πίεση και ανεπαρκής προετοιμασία. Ο κ. Κοπτίδης απάντησε ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, υπέγραψε τα έγγραφα και παραδέχθηκε όσα του αποδίδονταν.
Όταν του υποβλήθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ούτε παραδέχθηκε ούτε διέπραξε κλοπή 12.484,20 ευρώ, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι είχε ακούσει από αυτόν αναφορά σε «μαύρα χρήματα». Δεν του είχε, όμως, αναφέρει προσωπικά συγκεκριμένη κλοπή, τραπεζικό λογαριασμό ή πρόθεση ιδιοποίησης χρημάτων.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ακόμη ότι ο πατήρ Πορφύριος δεν είχε παραδεχθεί ιδιοποίηση ποσού 807.000 ευρώ.
Σε χαρακτηρισμό της εκκλησιαστικής διαδικασίας από την υπεράσπιση ως «παρωδία», ο μάρτυρας αντιπαρέβαλε ότι επρόκειτο για διαδικασία της Εκκλησίας και επικαλέστηκε το συνταγματικό δικαίωμά της να διαχειρίζεται εσωτερικά τις υποθέσεις της.
Η απομαγνητοφώνηση συνομιλίας των κατηγορουμένων
Για το υλικό από τις κάμερες της Μονής, ο κ. Κοπτίδης ανέφερε ότι φυλασσόταν στη Μητρόπολη και ότι ο ίδιος το απομαγνητοφώνησε για τις ανάγκες της διαδικασίας.
Αναφέρθηκε ειδικότερα σε συνομιλία των δύο κατηγορουμένων στις 22 Φεβρουαρίου 2024, κατά την οποία, σύμφωνα με το απόσπασμα που παρουσίασε, ο δεύτερος φέρεται να εισηγήθηκε στον πρώτο τρόπο απόκρυψης χρημάτων.
«Του έδωσε λύση να ανοίξει τη γη, να κάνει ένα κυρίζι με μπετόν για να κρύψει τα χρήματα, ώστε να μην μπουκάρει η Μητρόπολη και να τα πάρει», ανέφερε.
Η διαχείριση της Μονής και η συνέχεια της δίκης
Ο κ. Κοπτίδης κατέθεσε ότι μετά τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου είχε τα κλειδιά της εισόδου και του γραφείου της Μονής, καθώς ο Μητροπολίτης τού είχε αναθέσει καθήκοντα διαχειριστή. Διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι η Μονή συνιστά ξεχωριστή νομική οντότητα, αναφέροντας ότι υπάγεται στη Μητρόπολη Ταμασού.
Κατά την εξέταση για την εκκλησιαστική πορεία του πατρός Νεκταρίου και τις τελετές απονομής των αξιωμάτων του πνευματικού, του αρχιμανδρίτη και του ηγουμένου, ο μάρτυρας είπε ότι είχε παραστεί μόνο στην ενθρόνισή του ως ηγουμένου.
Η ακροαματική διαδικασία θα συνεχιστεί στις 9 Νοεμβρίου, στις 09:30.
Οι μοναχοί Νεκτάριος και Πορφύριος αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για συνωμοσία προς καταδολίευση, πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων, κλοπή από αντιπρόσωπο, παράνομη κατοχή περιουσίας, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και υποβολή ψευδούς φορολογικής δήλωσης.


