Την αλλαγή στη νομοθεσία για το Πόθεν Έσχες την ζήτησε η Προεδρία για λόγους συμμόρφωσης με τη GRECO, ξεκαθάρισε η Σοφία Κλεόπα στην Επιτροπή Οικονομικών. Βουλευτές αντέτειναν ότι δεν υπάρχουν κενά να καλυφθούν και έκαναν λόγο για εντυπώσεις. Στην ίδια συνεδρίαση, που αφορούσε τον προϋπολογισμό του Γραφείου της για το 2027, ακούστηκαν επικρίσεις για αργό εκσυγχρονισμό παρωχημένων νόμων και η Επίτροπος ζήτησε περισσότερο προσωπικό.
Τη συμμόρφωση της Κύπρου με τις συστάσεις της GRECO, της επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης, επικαλέστηκε η Επίτροπος Νομοθεσίας για να εξηγήσει γιατί το Γραφείο της ετοίμασε τροποποιήσεις στο Πόθεν Έσχες. Η εξήγηση δόθηκε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών, όπου εξεταζόταν ο προϋπολογισμός του Γραφείου για το 2027. Δεν έπεισε όμως τους Βουλευτές που πήραν τον λόγο, οι οποίοι υπερασπίστηκαν τη νομοθεσία που ψήφισε η ίδια η Βουλή.
Μια ανάθεση από την Προεδρία
Κατά την κ. Κλεόπα, το Γραφείο της δεν θα είχε καταπιαστεί με το θέμα χωρίς την έκθεση της GRECO, «η οποία ανέφερε κάποια σημεία και μας ζητήθηκε από την Προεδρία να συμβάλουμε στην προσπάθεια συμμόρφωσης με τις συστάσεις της επιτροπής GRECO». Προς τους Βουλευτές πρόσθεσε: «αν δεν σας απασχολεί η συμμόρφωση με τις συστάσεις GRECO δεν ευθύνομαι εγώ».
Για το τι ακριβώς αλλάζει, η Επίτροπος εξήγησε: «δεν υπάρχει υποχρέωση υποβολής (Πόθεν Έσχες) σε ετήσια βάση. Τώρα υπάρχει υποχρέωση στην αρχή και στο τέλος και προστίθεται και μια ενδιάμεση». Το νομοσχέδιο, επανέλαβε, συντάχθηκε «μετά από ανάθεση από την προεδρία για τους σκοπούς συμμόρφωσης της GRECO. Εάν η Βουλή δεν συμφωνεί όταν έρθει ενώπιόν της, θα κρίνει».
«Το αυστηρότερο Πόθεν Έσχες στην Ευρώπη»
Από την πλευρά του ΑΚΕΛ, ο Ανδρέας Πασιουρτίδης σχολίασε όσα έχουν δημοσιευθεί για την αυστηροποίηση του νόμου: «έχει δημιουργηθεί μια απορία μεταξύ μας επειδή αυτή τη στιγμή η Κύπρος έχει το αυστηρότερο Πόθεν Έσχες στην Ευρώπη. Και επειδή αφήνεται να νοηθεί ότι λείπει κάτι, ή ότι δεν έχει εμπλακεί ο Έφορος Φορολογίας, που έχει εμπλακεί σε δύο βαθμούς κιόλας και σε πρώτο και στην ειδική έρευνα».
Απευθυνόμενος στους αρμόδιους, ζήτησε να μάθει «ποιου ήταν αυτή η πρωτοβουλία, ποιος βρήκε κενό, γιατί την ώρα που το συζητούσαμε και ήταν παρόντες στις συνεδρίες τις πολύμηνες του Πόθεν Έσχες δεν εξέφρασαν την άποψή τους και τώρα φαίνεται ότι η Βουλή πάλι κάτι έκανε λάθος ή προσπάθησε κάποιον να καλύψει ενώ αντιθέτως όσοι βάλαμε φέτος Πόθεν Έσχες αντιλαμβανόμαστε πλήρως τι σημαίνει αυτό που κάναμε για πρώτη φορά».
Μετά τις εξηγήσεις της Επιτρόπου, ο Βουλευτής δεν άλλαξε θέση: «μετατρέπεται η συζήτηση ότι κάτι λείπει και εγώ σας λέω ότι δεν λείπει τίποτα».
Χαραλαμπίδου: Η ετήσια υποβολή είχε ήδη συζητηθεί
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η Ειρήνη Χαραλαμπίδου του Άλμα. Ενοχλημένη από τα δημοσιεύματα, μίλησε για παιχνίδι εντυπώσεων, το οποίο παρουσιάζει, όπως είπε, «ότι η Βουλή έκανε «τρύπες στο νερό» και φαίνεται ότι η κυβέρνηση και η Επίτροπος Νομοθεσίας «θα αλλάξουν τα φώτα» της νομοθεσίας για να το κάνουν σε μια μορφή σοβαρή».
Η ίδια περιόρισε την ουσία της πρότασης σε ένα σημείο, το οποίο, όπως υποστήριξε, είχε ήδη εξεταστεί και απορριφθεί: «το μόνο που αλλάζετε είναι το να υποβάλλεται σε ετήσια βάση, το οποίο συζητήθηκε κατά κόρον στην Επιτροπή Θεσμών παρουσία του Εφόρου Φορολογίας και ο ίδιος είπε ότι δεν ήταν απαιτούμενο γιατί ήταν ξεκάθαρη η εικόνα μπροστά του και μάλιστα είπε ότι δεν είχε ούτε προσωπικό να το κάνει».
Για τις ποινές και τον ρόλο του Εφόρου, είπε: «Διαβάσαμε για ποινές», «μα προνοούνται ποινικά αδικήματα. Ό,τι διαβάσαμε μέσα στις εφημερίδες που παρουσιαζόταν ότι πρόκειται για μια παρέμβαση της κυβέρνησης να βάλει σε τάξη τη Βουλή (…) και το άκρον άωτον να αναφέρεται ότι θα τα ελέγχει ο Έφορος Φορολογίας και να δημιουργούνται εντυπώσεις όταν δόθηκαν μάχες σε αυτή τη Βουλή για να μπει ο Έφορος».
Η Επίτροπος αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τα δημοσιεύματα: «όσον αφορά τα δημοσιεύματα, την αναφορά σε παιχνίδι εντυπώσεων είτε από εμένα, είτε από το Γραφείο μου, τα απορρίπτω κατηγορηματικά. Δεν μπορείτε να πείτε ότι ευθύνομαι εγώ ή το Γραφείο μου για δημοσιεύματα και τι αναγράφουν».
Οι δικαστές εκτός ελέγχου
Ο κ. Πασιουρτίδης έθεσε και ένα ζήτημα που, κατά τον ίδιο, πράγματι εκκρεμεί. Το μοναδικό που απουσιάζει, είπε, «και είμαι περίεργος εάν το εισαγάγατε είναι το Πόθεν Έσχες από Δικαστές». Σε αντίθεση, η Βουλή, ως ανεξάρτητη εξουσία, «παραχώρησε και σωστά τον έλεγχο των Πόθεν Έσχες των Βουλευτών στον Έφορο Φορολογίας».
Θυμίζοντας πώς φτάσαμε στη σημερινή ρύθμιση, σημείωσε: «Το Ανώτατο Δικαστήριο όταν το θέσαμε και ήρθε εδώ λίγο πολύ μας είπε εάν το βάλετε εμείς θα το βγάλουμε αντισυνταγματικό και βρέθηκε η συμβιβαστική λύση για να μην τουμπάρουμε όλη τη νομοθεσία (…) να ελέγχει το ένα δικαστήριο το άλλο. Η GRECO όμως είπε ότι οι δικαστές πρέπει να ελέγχονται από ανεξάρτητο όργανο. Όχι ο Δικαστής του Ανώτατου Συνταγματικού να ελέγχεται από τον Δικαστή του Ανωτάτου».
Η κ. Κλεόπα απάντησε ότι το θέμα «δεν ήταν μέσα στις εισηγήσεις της GRECO σε αυτό τον γύρο αξιολόγησης οπότε δεν ασχολήθηκα σίγουρα».
Τι πρέπει να υπηρετεί ο νόμος
Την ουσία του νόμου υπενθύμισε η πρόεδρος της Επιτροπής, Χριστιάνα Ερωτοκρίτου. Το Πόθεν Έσχες, είπε, «πρέπει να έχει ένα βασικό πυρήνα, χαρακτηριστικό. Δεν είναι φορολογική νομοθεσία και δεν πρέπει να είναι φορολογική νομοθεσία». Σκοπός του είναι να είναι νόμος «που να διασφαλίζει και να ενημερώνει τον κόσμο ότι κατά τη διάρκεια του αξιώματος κάποιου, δεν πλουτίζει αθέμιτα συνεπεία του αξιώματος του. Γι’ αυτό λέγεται Πόθεν Έσχες».
Η επίθεση μετά τη συνεδρίαση
Βγαίνοντας από την αίθουσα, η κ. Χαραλαμπίδου ανέβασε τους τόνους. Ζήτησε από την Επίτροπο «να μας πει από τις εισηγήσεις τις σοβαρότατες της GRECO, ανάμεσα σε αυτές και ο εκσυγχρονισμός, ο διαχωρισμός εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα, πόσες έχει φροντίσει το γραφείο της; Και επικεντρώθηκαν πάνω στο Πόθεν Έσχες που είναι μία πολύ ολοκληρωμένη νομοθεσία, χωρίς κενά, η οποία έτυχε επεξεργασίας με τον ίδιο τον έφορο φορολογίας, και καλύπτει όλα αυτά τα οποία άφησαν να διαρρεύσουν σε δημοσιεύματα στον τύπο τις τελευταίες μέρες».
Την ευθύνη απέδωσε στην κυβέρνηση. Η GRECO, είπε, «εισηγείται και πόσα άλλα, τα οποία η κυβέρνησή μας δεν φρόντισε να υλοποιήσει. Άρα τι κάνουν; Ένα συννεφάκι για να δείξουν ότι είναι υπέρ της χρηστής διοίκησης, της διαφάνειας. Μα όλα αυτά τα έχει κάνει ήδη η Βουλή. Συνεπώς ας διαβάζουν τους νόμους πριν προσπαθήσουν να τους αλλάξουν».
Νομοθεσία που μένει πίσω
Σε άλλο πεδίο, τη συνεδρίαση απασχόλησε ο ρυθμός με τον οποίο εκσυγχρονίζονται παλιοί νόμοι. Η Φωτεινή Τσιρίδου του ΔΗΣΥ ζήτησε από την Επίτροπο να εξηγήσει πώς θα αντιμετωπιστούν πρόνοιες όπως αυτές του ποινικού κώδικα: «Αντιλαμβάνεστε ότι ουσιαστικά αποτελεί καταγραφή ποινικών αντιλήψεων άλλων δεκαετιών (…) τι σκοπό έχετε; Μιλούμε για εντελώς εξωφρενικές πρόνοιες του ποινικού κώδικα και γι’ αυτό διερωτώμαι πώς σκέφτεστε να προχωρήσετε».
Η κ. Κλεόπα απάντησε ότι «έχουμε κάνει ένα τεράστιο κατάλογο» με νόμους που χρειάζονται κατάργηση ή τροποποίηση, ο οποίος βρίσκεται ήδη στα αρμόδια Υπουργεία για σχόλια. «Θα έρθουμε με πακέτο, με ένα νομοσχέδιο καταργητικό», είπε. Για τον ποινικό κώδικα σημείωσε ότι «οι τροποποιήσεις είναι αποσπασματικές», ότι πρόκειται για «τεράστιο έργο» και ότι «ο ποινικός κώδικας χρήζει ολιστικής αναθεώρησης». Όπως παραδέχτηκε, «σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί το Γραφείο μου να αναλάβει σε αυτό το στάδιο με τους πόρους που έχει».
Πιο αυστηρή ήταν η κριτική του επικεφαλής του Άλμα, Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Ξεκαθαρίζοντας ότι δεν στρέφεται προσωπικά κατά της κ. Κλεόπα, εκτίμησε ότι ο ίδιος ο θεσμός του Επιτρόπου Νομοθεσίας «έχει αποτύχει». Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είπε, ο περί συμβάσεων νόμος, «ο οποίος εισήχθη στην Κύπρο το 1930 και είναι νόμος που έβαλαν οι Άγγλοι στην Ινδία το 1872». Ο νόμος αυτός «ήταν ένας εξαιρετικός νόμος για πριν 100 χρόνια. Έχει πάρα πολλά πράγματα που λείπουν από αυτόν τον νόμο». «Η δουλειά του Επιτρόπου Νομοθεσίας είναι να εκσυγχρονίζει τη νομοθεσία. Εκ των πραγμάτων το Γραφείο σας έχει αποτύχει», κατέληξε.
Η Επίτροπος αναγνώρισε ότι «είναι δικαίωμα του καθενός να κρίνει κάθε θεσμό, την λειτουργία, τις εργασίες του και το έργο του», αρνήθηκε όμως να μιλήσει για αποτυχία των προκατόχων της. «Όσον το δικό μου έργο θα το κρίνετε εσείς και θα το κρίνουν και οι πολίτες, όχι μόνο οι Βουλευτές», σημείωσε. Η κ. Ερωτοκρίτου, αντίθετα, περιέγραψε τον θεσμό ως εξαιρετικά χρήσιμο και κρίσιμο.
Μια πλατφόρμα σχεδόν έτοιμη, χωρίς τους νόμους από το 1960
Η Επίτροπος ενημέρωσε την Επιτροπή και για την ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα νομοπαρασκευής. Τη δημιουργεί η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης, είναι κοντά στην ολοκλήρωση και θα τη διαχειρίζεται το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας.
«Θα είναι μια πλατφόρμα με δύο πύλες. Η μια πύλη θα είναι για όλα τα Υπουργεία, για το Γραφείο μας και για όποιον ασχολείται με νομοπαρασκευαστική εργασία», περιέγραψε. Η διαδικασία θα γίνεται εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικά: «Μπαίνεις μέσα ελέγχεις μόνο το format. Βάλαμε μέσα έξι διαφορετικά είδη νομοσχεδίων οπότε ο συντάκτης διευκολύνεται. Θα έχει πρόσβαση μόνο αυτός που το συγγράφει και ο προϊστάμενός του. Δεν θα βλέπει οποιοσδήποτε το νομοσχέδιο που γράφει ένα Υπουργείο. Μετά θα πηγαίνει στη Νομική Υπηρεσία για νομοτεχνικό έλεγχο».
Η δυσκολία εντοπίζεται στο δεύτερο τμήμα του συστήματος. Για να λειτουργήσει, πρέπει να φορτωθεί σε αυτό το σύνολο της νομοθεσίας της Δημοκρατίας από το 1960, η οποία όμως δεν είναι ψηφιοποιημένη. Στην παρατήρηση της κ. Ερωτοκρίτου ότι οι νόμοι «υπάρχουν στο Cylaw», η Επίτροπος αντέτεινε ότι «αν αγοράσουμε το υλικό από τις δύο εταιρείες που το έχουν θα πρέπει να το συντηρούμε και να το επικαιροποιούμε επειδή πρέπει να γίνεται και η ενοποίηση ταυτόχρονα».
Σημείωσε ότι «κάνει κάποιες διαπραγματεύσεις το Υπουργείο», στις οποίες δεν θέλησε να αναφερθεί αφού, όπως είπε, δεν είναι αρμοδιότητά της. Πρόσθεσε πάντως ότι «όταν ολοκληρωθεί θα το αναλάβει το Γραφείο μας και εκεί θα έχουμε αυξημένες ανάγκες προσωπικού για να λειτουργούμε την πλατφόρμα αυτή».
Περισσότεροι άνθρωποι, περισσότεροι πόροι
Η στελέχωση του Γραφείου, που κατά την Επίτροπο χρειάζεται σημαντική ενίσχυση, ήταν το τελευταίο της μήνυμα προς τους Βουλευτές. «Θέλουμε να συμβάλλουμε ενεργά στη διαμόρφωση και προώθηση ενός σύγχρονου νομοθετικού πλαισίου, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συνεχή συνεργασία μας με την Προεδρία, τη Βουλή με τα Υπουργεία, τη Νομική Υπηρεσία, τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, την ακαδημαϊκή κοινότητα και την κοινωνία των πολιτών», σημείωσε.
«Ευελπιστώ ότι οι πρόνοιες του προϋπολογισμού θα διασφαλίσουν τους αναγκαίους πόρους για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων μας», κατέληξε.


