Τις αναφορές σε μεγάλα χρηματικά ποσά, τη διαδικασία εξέτασης των μοναχών στη Μητρόπολη Ταμασού και Ορεινής και τις παραδοχές που, κατά τον ίδιο, υπογράφηκαν χωρίς πίεση περιέγραψε ο πατήρ Διονύσιος Κοπτίδης ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Διευκρίνισε, παράλληλα, ότι δεν ήταν παρών στο άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου.
Στα ποσά που φέρεται να περιείχαν δύο χρηματοκιβώτια της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ και στις απαντήσεις που, σύμφωνα με την κατάθεσή του, έδωσαν οι μοναχοί κατά την εξέτασή τους επικεντρώθηκε μέρος της μαρτυρίας του πατρός Διονυσίου Κοπτίδη, στην ακροαματική διαδικασία της Τετάρτης.
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε τόσο σε όσα διαδραματίστηκαν στη Μητρόπολη Ταμασού και Ορεινής όσο και σε επιστολή της τότε δικηγόρου του Ηγουμένου Νεκταρίου, στην οποία καταγραφόταν ποσό €807 χιλιάδων ως περιουσία του πελάτη της.
Οι αναφορές στα χρήματα και τα όρια της προσωπικής του γνώσης
Περιγράφοντας τη διαδικασία ενώπιον του επισκοπικού δικαστηρίου, ο πατήρ Διονύσιος ανέφερε ότι παρουσιάστηκε οπτικοακουστικό υλικό το οποίο, κατά την κατάθεσή του, αφορούσε εκκλησιαστικά και οικονομικής φύσης παραπτώματα.
«Εκείνο που θυμάμαι ξεκάθαρα είναι ότι, σε ερώτηση προς τον Ηγούμενο για το περιεχόμενο των δύο χρηματοκιβωτίων, αυτός απάντησε ότι το μεν πρώτο περιείχε πέραν των 700 χιλιάδων ευρώ, το δε δεύτερο πέραν των 90 χιλιάδων ευρώ», κατέθεσε.
Στην εξέταση του πατρός Πορφυρίου τέθηκε επίσης το ζήτημα των €700.000, τα οποία ο πατήρ Νεκτάριος φέρεται να είχε αναφέρει ότι βρίσκονταν στο ένα από τα δύο χρηματοκιβώτια. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο πατήρ Πορφύριος, όταν ερωτήθηκε για τα χρήματα, φέρεται να τα χαρακτήρισε «μαύρα».
Ο πατήρ Διονύσιος αναφέρθηκε ξεχωριστά σε επιστολή της δικηγόρου Αντριάνας Κλαΐδη, η οποία εκπροσωπούσε τότε τον Ηγούμενο Νεκτάριο. Όπως είπε, παρέδωσε την επιστολή στο πλαίσιο της κατάθεσής του. Σε αυτήν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, γινόταν αναφορά σε €807 χιλιάδες ως περιουσία του πελάτη της, του τέως Ηγουμένου Αρχιμανδρίτη Νεκταρίου. Αναφέρθηκε επίσης στο κτιριακό συγκρότημα της Μονής και στην περιουσία που συνδεόταν με αυτό.
Διευκρινίζοντας τι γνώριζε προσωπικά, ο μάρτυρας δήλωσε: «Δεν ήμουν παρών στο άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου». Ανέφερε ακόμη ότι δεν γνώριζε προσωπικά λεπτομέρειες για ορισμένες ενέργειες που αποδίδονταν σε μέλη της Μονής.
Η εξέταση Νεκταρίου και Πορφυρίου
Σύμφωνα με τον πατέρα Διονύσιο, ο Ηγούμενος Νεκτάριος φέρεται να παραδέχθηκε την ενοχή του κατά τη διαδικασία στη Μητρόπολη και να αναζήτησε τρόπο να αποφύγει την καθαίρεση, ώστε να μεταβεί σε άλλη Ορθόδοξη Μητρόπολη στο εξωτερικό.
Ο μάρτυρας του απέδωσε τη φράση: «Σώσε με, Δέσποτά μου, και θα φύγω αύριο το πρωί».
Κατά την ίδια μαρτυρία, ο Μητροπολίτης απέρριψε αυτή την προοπτική, απαντώντας: «Δεν μπορώ να μεταθέσω ένα τέτοιο πρόβλημα σε άλλη Μητρόπολη». Ακολούθησε, όπως κατέθεσε ο πατήρ Διονύσιος, η σύνταξη κειμένου παραδοχής, το οποίο ο Ηγούμενος υπέγραψε χωρίς πίεση.
Για τον πατέρα Πορφύριο, τον οποίο περιέγραψε ως «αρκετά πιο συνεσταλμένο», ανέφερε ότι το επισκοπικό δικαστήριο τον ενημέρωσε για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και του υπέβαλε ερωτήσεις σχετικά με τα στοιχεία της υπόθεσης.
Ο πατήρ Διονύσιος υποστήριξε ότι ο Πορφύριος έγραψε και υπέγραψε ομολογία «με τη θέλησή του». «Με τη θέλησή του υπέγραψε την ομολογία του», ανέφερε ο μάρτυρας.
Στην κατάθεση περιλήφθηκε και αναφορά στην ενημέρωση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου μετά τις εξελίξεις. Σύμφωνα με τον πατέρα Διονύσιο, ο Πορφύριος απευθύνθηκε στον Αρχιεπίσκοπο ζητώντας την ευλογία του. Ακολούθησε, κατά τη μαρτυρία, απόφαση για παύση από συγκεκριμένα καθήκοντα και απομάκρυνση από τη Μονή.
Η ενημέρωση από τον Μητροπολίτη και η μεταφορά αντικειμένων
Ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εξέτασης, ο πατήρ Διονύσιος κατέθεσε ότι ο Μητροπολίτης Ταμασού Ησαΐας τον είχε ενημερώσει για «ύποπτες δραστηριότητες» της Μονής και των μοναχών που διέμεναν εκεί. Ανέφερε ότι έλαβε οδηγίες σχετικά με τη μεταφορά αντικειμένων και ότι είχαν ετοιμαστεί εξουσιοδοτήσεις για τα πρόσωπα που θα μετέβαιναν στη Μονή.
Όπως ανέφερε, «τα άτομα που πήγαν στη Μονή για τη μεταφορά των αντικειμένων είναι 16», διευκρινίζοντας ότι ανάμεσά τους βρισκόταν ένας οδηγός, ο οποίος δεν συμμετείχε στη διαδικασία παραλαβής.
Ο ίδιος δήλωσε, ωστόσο, ότι δεν γνωρίζει «τίποτα για την παραλαβή των αντικειμένων από τη Μονή και για τη μεταφορά τους». Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για την εγκατάσταση του DVR, του καταγραφικού κλειστού κυκλώματος της Μονής.
Κατέθεσε ακόμη ότι δεν είδε «άτομα με κουκούλες» ούτε αντιλήφθηκε «οποιαδήποτε προσπάθεια από οποιονδήποτε να υποδείξει σε οποιονδήποτε να φύγει από τη Μονή».
Περιγράφοντας την προσέλευση των μοναχών στη Μητρόπολη, ανέφερε ότι ο πατήρ Πορφύριος έφτασε «εμφανώς ανήσυχος» και ζήτησε συνάντηση με τον Μητροπολίτη. Στη συνέχεια έφτασαν ο Ηγούμενος Νεκτάριος και άλλοι μοναχοί. Ο πατήρ Διονύσιος εξήγησε ότι συμμετείχε στη διαδικασία του επισκοπικού δικαστηρίου λόγω της διοικητικής του θέσης.
Τι κατέθεσε για τους υπόλοιπους μοναχούς
Για τον πατέρα Αββακούμ, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, αφού παρακολούθησε συγκεκριμένο οπτικοακουστικό υλικό, «ξέσπασε σε λυγμούς» και ζήτησε να παραμείνει στη Μητρόπολη μαζί με τους υπόλοιπους πατέρες. Σύμφωνα με την κατάθεση, το αίτημά του έγινε αποδεκτό, καθώς δεν αντιμετώπιζε κατηγορία.
Χωρίς να τους απαγγελθούν κατηγορίες παρέμειναν, κατά τον πατέρα Διονύσιο, και οι πατέρες Βαρθολομαίος και Ησαΐας. Για καθέναν από τους δύο ανέφερε ότι «δεν είχε εμπλακεί σε κανένα παράπτωμα».
Συνέχεια της δίκης στις 14 Οκτωβρίου
Η ακροαματική διαδικασία θα συνεχιστεί στις 14 Οκτωβρίου 2026, στις 09:30.
Η υπόθεση αφορά τους μοναχούς Νεκτάριο και Πορφύριο, οι οποίοι αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για συνωμοσία προς καταδολίευση, πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων, κλοπή από αντιπρόσωπο, παράνομη κατοχή περιουσίας, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και υποβολή ψευδούς φορολογικής δήλωσης.
Για όλους τους κατηγορούμενους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους από το δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.


