Εκλογικές αναρτήσεις χωρίς ποινική δίωξη: Στη Βουλή οι αλλαγές για την ελεύθερη έκφραση των πολιτών

Προθεσμία 15 ημερών στο Υπουργείο Εσωτερικών για σχόλια επί των προτάσεων που εξετάζει η αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή. Στο επίκεντρο η προστασία των απλών πολιτών και οι περιορισμοί για πρόσωπα που μπορούν να επηρεάσουν την εκλογική διαδικασία.

Τις τοποθετήσεις του Υπουργείου Εσωτερικών εντός 15 ημερών αναμένει η Επιτροπή Εσωτερικών της Βουλής, η οποία συζήτησε αλλαγές στην εκλογική νομοθεσία για τις δημόσιες αναρτήσεις πολιτών την παραμονή και την ημέρα των εκλογών.

Οι προτάσεις νόμου του ΑΚΕΛ και του Προέδρου του Κινήματος ΑΛΜΑ, Οδυσσέα Μιχαηλίδη, επιδιώκουν να αποτρέψουν την ποινική διερεύνηση απλών πολιτών για την έκφραση εκλογικών απόψεων. Παράλληλα, στη συζήτηση τέθηκε η διατήρηση περιορισμών για πολιτικά πρόσωπα και άλλους παράγοντες της δημόσιας ζωής που έχουν δυνατότητα επηρεασμού των εκλογέων.

Η νομοθετική συζήτηση συνδέεται με περιπτώσεις πολιτών που κλήθηκαν στην Αστυνομία για αναρτήσεις τους πριν ή κατά την ημέρα των βουλευτικών εκλογών.

Το όριο ανάμεσα στον πολίτη και στο πρόσωπο δημόσιας επιρροής

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Άριστος Δαμιανού, ανέφερε μετά τη συνεδρία ότι υπάρχει συναντίληψη επί της αρχής με την εκτελεστική εξουσία και την πλειοψηφία των κομμάτων για την ανάγκη παρέμβασης.

Όπως εξήγησε, η πρόταση προβλέπει να εξαιρούνται από την αποποινικοποίηση πρόσωπα που ασκούν επιρροή στη δημόσια ζωή, ώστε να αποτρέπεται ο επηρεασμός της εκλογικής διαδικασίας. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι ο προσδιορισμός τους δεν είναι απόλυτος στην παρούσα πρόταση, η οποία παραπέμπει στη νομοθεσία για το πόθεν έσχες και στον ορισμό του δημόσια εκτεθειμένου προσώπου.

Ο κ. Δαμιανού χαρακτήρισε παρωχημένο το άρθρο 63 του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου, αναφέροντας ότι δεν είχε προηγουμένως οδηγήσει σε ποινικές διώξεις.

Η ενεργοποίηση της διαδικασίας διερεύνησης καθιστά, σύμφωνα με τον ίδιο, αναγκαία τη νομοθετική αλλαγή, ώστε οι απλοί πολίτες να εκφράζονται χωρίς τον κίνδυνο ποινικής δίωξης. Χαρακτήρισε «απαράδεκτο φαινόμενο» την κλήση πολιτών στο Αρχηγείο Αστυνομίας για τις αναρτήσεις τους.

ΔΗΚΟ: Άμεση παρέμβαση για τις υποθέσεις που διερευνώνται

Θετική στάση απέναντι στη συζήτηση εξέφρασε ο βουλευτής του ΔΗΚΟ Πανίκος Λεωνίδου, επισημαίνοντας ότι απαιτείται άμεση αντιμετώπιση, καθώς πολίτες έχουν ήδη κληθεί στην Αστυνομία και διερευνώνται για ενδεχόμενο ποινικό αδίκημα.

Σύμφωνα με τον κ. Λεωνίδου, το θέμα εγγράφηκε με πρωτοβουλία του Προέδρου του ΔΗΚΟ και υιοθετήθηκε από την Επιτροπή. Η εξέταση αφορά τόσο τον χειρισμό των ερευνών από την Αστυνομία και την εκτελεστική εξουσία όσο και την εφαρμογή μιας νομοθεσίας που, κατά την τοποθέτησή του, δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες.

Αναφερόμενος στις δύο προτάσεις, εξήγησε ότι στόχος είναι να πάψει να ποινικοποιείται η ελεύθερη έκφραση των πολιτών για τις εκλογές μέχρι και την ημέρα της ψηφοφορίας.

Διευκρίνισε παράλληλα ότι ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα μπορεί να υπόκειται σε αναλογικούς περιορισμούς. Ειδικά για τα πολιτικά πρόσωπα, υποστήριξε ότι πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει απαγόρευση.

Μιχαηλίδης: Ερωτήματα για την επιλογή 27 προσώπων

Στον τρόπο εφαρμογής της νομοθεσίας επικεντρώθηκε ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης. Όπως ανέφερε, το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών παρακολουθούσε αναρτήσεις πολιτών την ημέρα των εκλογών και στη συνέχεια η Αστυνομία επέλεξε 27 πρόσωπα για ποινική διερεύνηση.

Εξέφρασε έκπληξη για την εφαρμογή νομοθεσίας του 1979 σε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία δεν υπήρχαν όταν θεσπίστηκε η σχετική πρόνοια.

Έθεσε επίσης θέμα ίσης μεταχείρισης, επικαλούμενος δηλώσεις του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη την ημέρα των εκλογών. Κατά τον κ. Μιχαηλίδη, για αυτές δεν πραγματοποιήθηκε αντίστοιχη διερεύνηση.

Κάνοντας λόγο για «υποκρισία των διωκτικών αρχών», επέκρινε το ότι τα κόμματα μπορούν να πραγματοποιούν μαζικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με πολίτες την ημέρα των εκλογών, ενώ οι ίδιοι οι πολίτες ενδέχεται να βρεθούν υπό ποινική διερεύνηση για απλές αναρτήσεις.

Ο Πρόεδρος του ΑΛΜΑ ανέφερε ότι οι δύο προτάσεις αποσκοπούν στην αποποινικοποίηση της παρωχημένης πρόνοιας και εξέφρασε αισιοδοξία ότι το κλίμα της συζήτησης επιτρέπει την εξασφάλιση ευρύτερων συναινέσεων για την έγκρισή τους.