Αυστηρότερες ποινές για 211 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης – Παρενέβη το Εφετείο

Στα 5,5 και πέντε χρόνια φυλάκισης αυξήθηκαν οι ποινές των δύο καταδικασθέντων – Έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Γενικού Εισαγγελέα

Στην αύξηση των ποινών που είχαν επιβληθεί σε δύο πρόσωπα για κατοχή 211,10 γραμμαρίων μεθαμφεταμίνης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους προχώρησε το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι πρωτόδικες ποινές δεν ανταποκρίνονταν στη σοβαρότητα των αδικημάτων.

Με την απόφασή του, το Δικαστήριο αντικατέστησε την ποινή φυλάκισης των τεσσάρων ετών με ποινή 5,5 ετών, ενώ αύξησε τη δεύτερη ποινή από 3,5 σε πέντε χρόνια. Έκανε, παράλληλα, δεκτές και τις δύο εφέσεις που είχε καταχωρίσει ο Γενικός Εισαγγελέας.

Η πρόσθετη ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η οποία είχε επιβληθεί στον έναν καταδικασθέντα για παράνομη παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής του, παρέμεινε αμετάβλητη.

Η μεθαμφεταμίνη στο υπνοδωμάτιο

Η υπόθεση άρχισε να διερευνάται έπειτα από πληροφορία προς την Αστυνομία, σύμφωνα με την οποία σε κατοικία και άλλα υποστατικά όπου διέμενε ένας από τους δύο αποκρύπτονταν παράνομα ναρκωτικές ουσίες και οπλισμός.

Μετά την έκδοση εντάλματος, πραγματοποιήθηκε έρευνα στην κατοικία, όπου διέμενε και ο δεύτερος κατηγορούμενος. Στο υπνοδωμάτιό του εντοπίστηκαν 211,10 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης.

Από τη διερεύνηση της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι οι δύο είχαν συνωμοτήσει, σε άγνωστη ημερομηνία τον Απρίλιο του 2024, για την παράνομη κατοχή της ουσίας. Η ποσότητα βρισκόταν στην από κοινού κατοχή τους και προοριζόταν για προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.

Κατόπιν παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι για συνωμοσία με σκοπό την παράνομη κατοχή, παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α.

Οι πρωτόδικες ποινές

Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας είχε επιβάλει στον έναν ποινή φυλάκισης 3,5 ετών και στον δεύτερο τέσσερα χρόνια για την κατοχή των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια.

Η διαφοροποίηση βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη νεαρή ηλικία και το λευκό ποινικό μητρώο του πρώτου, σε αντίθεση με τον δεύτερο, ο οποίος ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία και είχε προηγούμενη καταδίκη.

Για τον δεύτερο είχε επιβληθεί και ξεχωριστή ποινή έξι μηνών λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε συνυπολογίσει την παραδοχή των κατηγορουμένων ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας. Είχε επίσης λάβει υπόψη την εκδοχή τους ότι δεν ήταν οι τελικοί διακινητές, αλλά λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι κρίκοι και «αποθηκάριοι» άλλων προσώπων.

Στους ελαφρυντικούς παράγοντες περιλήφθηκε ακόμη ο ισχυρισμός ότι είχαν δεχθεί πιέσεις από άτομα που ασκούσαν επιρροή επάνω τους.

Η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα

Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε τις δύο ποινές ως έκδηλα ανεπαρκείς, υποστηρίζοντας ότι δεν αποδόθηκε η απαιτούμενη βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, στους επιβαρυντικούς παράγοντες και στην ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών.

Κατά την ίδια θέση, το Κακουργιοδικείο είχε προσδώσει υπέρμετρη σημασία στα ελαφρυντικά στοιχεία της υπόθεσης.

Το Εφετείο υπενθύμισε ότι δεν μεταβάλλει μια ποινή απλώς επειδή θα επέλεγε διαφορετική αντιμετώπιση. Δικαστική παρέμβαση δικαιολογείται όταν η ποινή είναι αντικειμενικά έκδηλα ανεπαρκής ή υπερβολική ή όταν έχει εμφιλοχωρήσει σφάλμα αρχής.

Για να χαρακτηριστεί μια ποινή έκδηλα ανεπαρκής, πρέπει να προκύπτει εμφανής δυσαναλογία ανάμεσα στη βαρύτητα του εγκλήματος και στην επιβληθείσα τιμωρία ή ουσιώδης απόκλιση από το πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η νομολογία σε αντίστοιχες υποθέσεις.

«Πασιφανής αναντιστοιχία»

Το Εφετείο έκρινε ότι, παρόλο που το Κακουργιοδικείο είχε αξιολογήσει ορθά τόσο τη σοβαρότητα των αδικημάτων όσο και τους ελαφρυντικούς παράγοντες, οι τελικές ποινές δεν αποτύπωναν τη βαρύτητα της υπόθεσης.

Στην απόφαση επισημαίνεται εκ νέου η ιδιαίτερη σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες και η ανάγκη η αποτροπή να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στο γεγονός ότι επρόκειτο για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους, καθώς τέτοιες πράξεις συμβάλλουν στη διάδοση των ναρκωτικών και στην εξάπλωση της χρήσης τους.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, ακόμη και αν οι δύο δεν θα διέθεταν οι ίδιοι τη μεθαμφεταμίνη στην αγορά, εξακολουθούσαν να αποτελούν κρίκο μιας αλυσίδας διακίνησης με τελικούς αποδέκτες τους χρήστες. Είχε επίσης διαπιστωθεί οργανωμένη συνεργασία τόσο μεταξύ τους όσο και με τρίτα πρόσωπα.

Υπό αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο εντόπισε «πασιφανή αναντιστοιχία» ανάμεσα στη σοβαρότητα της κατοχής 211,10 γραμμαρίων μεθαμφεταμίνης με σκοπό την προμήθεια και στις ποινές των 3,5 και τεσσάρων ετών. Διαπίστωσε, επίσης, ουσιώδη απόκλιση από το πλαίσιο ποινών της νομολογίας σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Οι ποινές αυξήθηκαν, συνεπώς, στα πέντε και 5,5 χρόνια φυλάκισης, ενώ κατά τα υπόλοιπα η πρωτόδικη απόφαση παραμένει σε ισχύ.