Αυστηρότερες ποινές για 211 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης – Παρέμβαση του Εφετείου μετά την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα

Στα 5,5 και πέντε χρόνια αυξήθηκαν οι ποινές των δύο καταδικασθέντων – Το Εφετείο εντόπισε «πασιφανή αναντιστοιχία» ανάμεσα στη σοβαρότητα των αδικημάτων και στις πρωτόδικες ποινές

Σε ουσιαστική αύξηση των ποινών φυλάκισης δύο προσώπων που καταδικάστηκαν για κατοχή 211,10 γραμμαρίων μεθαμφεταμίνης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους προχώρησε το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι ποινές του Κακουργιοδικείου ήταν «έκδηλα ανεπαρκείς».

Με ομόφωνη απόφαση, ημερομηνίας 30 Σεπτεμβρίου 2026, έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η ποινή του ενός κατηγορουμένου αυξήθηκε από τέσσερα σε 5,5 χρόνια φυλάκισης, ενώ η ποινή του δεύτερου αυξήθηκε από 3,5 σε πέντε χρόνια.

Το Εφετείο έκρινε ότι οι πρωτόδικες ποινές δεν αντανακλούσαν επαρκώς τη σοβαρότητα της κατοχής μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών τάξεως Α΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.

Η μεθαμφεταμίνη εντοπίστηκε σε κατοικία

Η υπόθεση προέκυψε έπειτα από αστυνομική έρευνα σε κατοικία στη Λευκωσία, στην οποία διέμεναν οι δύο κατηγορούμενοι.

Η ποσότητα της μεθαμφεταμίνης εντοπίστηκε στο υπνοδωμάτιο όπου διέμενε ο ένας από αυτούς. Το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε ότι τα ναρκωτικά βρίσκονταν στην από κοινού κατοχή των δύο προσώπων και προορίζονταν για προμήθεια σε τρίτους.

Κατόπιν παραδοχής, οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για συνωμοσία, παράνομη κατοχή και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, δηλαδή μεθαμφεταμίνης, με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα.

Ο ένας από τους δύο αντιμετώπιζε επιπλέον κατηγορία για παράνομη παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας προσωρινής διαμονής του.

Η διαφοροποίηση των πρωτόδικων ποινών

Το Κακουργιοδικείο είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών στον έναν κατηγορούμενο και 3,5 ετών στον δεύτερο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ποινών στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στις προσωπικές περιστάσεις τους. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν νεαρής ηλικίας και διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, ενώ ο πρώτος ήταν μεγαλύτερος και είχε προηγούμενη καταδίκη.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επίσης συνεκτιμήσει την παραδοχή ενοχής των δύο κατηγορουμένων, καθώς και το γεγονός ότι δεν αποτελούσαν τους τελικούς διακινητές της μεθαμφεταμίνης, αλλά λειτουργούσαν ως κρίκοι στην αλυσίδα διακίνησης.

Η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα

Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε τις δύο ποινές ως «έκδηλα ανεπαρκείς».

Στο πλαίσιο των εφέσεων υποστήριξε ότι το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε την απαιτούμενη βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, στους επιβαρυντικούς παράγοντες και στην ανάγκη επιβολής ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα.

Το Εφετείο επανέλαβε στην απόφασή του ότι δεν αναλαμβάνει να επανακαθορίσει πρωτογενώς την ποινή που επιβάλλεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Παρέμβαση δικαιολογείται μόνο όταν μια ποινή κρίνεται αντικειμενικά έκδηλα ανεπαρκής ή υπερβολική ή όταν προκύπτει σφάλμα αρχής.

«Πασιφανής αναντιστοιχία» και «ουσιώδης απόκλιση»

Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη υπόθεση, το Εφετείο εντόπισε «πασιφανή αναντιστοιχία» μεταξύ της σοβαρότητας των αδικημάτων και των ποινών που είχαν επιβληθεί.

Διαπίστωσε επίσης «ουσιώδη απόκλιση» από το πλαίσιο ποινών που έχει διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία σε ανάλογες υποθέσεις.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η νομολογία έχει υπογραμμίσει κατ’ επανάληψη τόσο τη σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά όσο και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους.

Περιορισμένη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις

Το Εφετείο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο είχε συνεκτιμήσει ορθά τόσο τους επιβαρυντικούς όσο και τους μετριαστικούς παράγοντες της υπόθεσης.

Ωστόσο, αποφάνθηκε ότι η παραδοχή των κατηγορουμένων και ο ρόλος τους ως ενδιάμεσων κρίκων στη διακίνηση δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν ποινές οι οποίες δεν αντανακλούσαν τη σοβαρότητα της κατοχής τόσο μεγάλης ποσότητας μεθαμφεταμίνης με σκοπό την προμήθεια.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε ακόμη ότι, παρά την ανάγκη εξατομίκευσης κάθε ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη βαρύτητα στις σοβαρές υποθέσεις ναρκωτικών, στις οποίες προέχουν η προστασία του κοινωνικού συνόλου και η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.