Τι κατέθεσε ο εκπαιδευτικός που δίδαξε το παιδί στη β’ και γ’ δημοτικού για την ενημέρωση των αρμόδιων υπηρεσιών, τα ξεσπάσματα πριν από το σχόλασμα και τις προσπάθειες στήριξής του. Την Τρίτη η αντεξέτασή του.
Στην ενημέρωση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για μώλωπες στην πλάτη του Στυλιανού, αλλά και στην απόφαση να τερματιστεί η παρουσία της σχολικής συνοδού παρά τη διαφωνία του, αναφέρθηκε τη Δευτέρα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ο δάσκαλος του παιδιού.
Ο μάρτυρας κατηγορίας Σ.Μ., ο οποίος δίδαξε τον Στυλιανό στη β’ και γ’ τάξη του δημοτικού, περιέγραψε περιστατικά που είχαν προκαλέσει ανησυχία στο σχολείο, τις μαθησιακές και συναισθηματικές δυσκολίες του, καθώς και τη βοήθεια που προσφερόταν στον ίδιο και στην οικογένειά του.
Η δίκη αφορά τον θάνατο του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου τον Σεπτέμβριο του 2019 και την εξέταση ενδεχόμενων ευθυνών τόσο εντός της οικογένειας όσο και από κρατικές υπηρεσίες.
Η αναφορά για μώλωπες και η επίσκεψη της λειτουργού
Σύμφωνα με την κατάθεση του δασκάλου, η συνοδός εξέφραζε συχνά υποψίες ότι το παιδί ενδεχομένως υφίστατο βία. Σε ένα από τα περιστατικά που περιέγραψε, ο Στυλιανός παραπονέθηκε κατά τη λογοθεραπεία ότι πονούσε στην πλάτη και δεν μπορούσε να καθίσει.
Η συνοδός και η λογοθεραπεύτρια κάλεσαν τον εκπαιδευτικό, ο οποίος, όπως κατέθεσε, είδε μώλωπες στην πλάτη του παιδιού. Ενημερώθηκε η αρμόδια λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και επισκέφθηκε το σχολείο περίπου 10–15 ημέρες αργότερα. Τότε, κατά τον μάρτυρα, τα σημάδια δεν ήταν πλέον εμφανή.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι, πέρα από τα περιστατικά που παρουσίασε στο δικαστήριο, δεν διέθετε άλλη συγκεκριμένη αναφορά ή απόδειξη πως ο πατέρας ασκούσε βία στον Στυλιανό.
Αναφέρθηκε επίσης στον Μάιο του 2013, όταν η μητέρα πήγε στο σχολείο και του είπε ότι ο πατέρας είχε χτυπήσει το παιδί. Ο δάσκαλος την παρέπεμψε στον διευθυντή, ο οποίος επικοινώνησε με την αρμόδια λειτουργό των ΥΚΕ. Ακολούθησε βιντεοσκοπημένη κατάθεση του Στυλιανού στην Αστυνομία.
Η απόφαση για τη σχολική συνοδό
Ξεχωριστό μέρος της μαρτυρίας αφορούσε πολυθεματική συνάντηση τον Φεβρουάριο του 2013, όταν το παιδί φοιτούσε στη γ’ δημοτικού. Αντικείμενο της συζήτησης ήταν ο τερματισμός της σχολικής συνοδού.
Ο εκπαιδευτικός ανέφερε ότι η θέση του Υπουργείου παρέμενε σταθερή και απέδωσε στην αρμόδια λειτουργό τη φράση: «δεν θα έχω μια συνοδό για να χτενίζει και να νίβει ένα μωρό».
Ο ίδιος διαφώνησε, εξηγώντας ότι θεωρούσε πως ο Στυλιανός δεν ήταν ακόμη σε θέση να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του σε όλη τη διάρκεια της σχολικής ημέρας. Η απόφαση που τελικά λήφθηκε ήταν να τερματιστεί η παρουσία της συνοδού.
Η αναστάτωση όσο πλησίαζε η ώρα αποχώρησης
Ο μάρτυρας περιέγραψε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη συμπεριφορά του παιδιού: τα ξεσπάσματα θυμού εμφανίζονταν κυρίως την τελευταία περίοδο των μαθημάτων, όσο πλησίαζε το σχόλασμα.
Όταν χτυπούσε το κουδούνι και οι συμμαθητές του έτρεχαν προς τους γονείς τους, ο Στυλιανός μάζευε αργά τα πράγματά του και αποχωρούσε τελευταίος.
Σε περιστατικό τον Οκτώβριο του 2011, όταν δόθηκε εργασία στην τάξη κατά την τελευταία περίοδο, ο Στυλιανός έσκισε το φυλλάδιό του, αναποδογύρισε καρέκλες και θρανία και προκάλεσε ζημιές στις πινακίδες.
«Διέλυσε την τάξη, ήταν εντελώς εκτός ελέγχου», κατέθεσε ο δάσκαλος.
«Ζήτησα από τη συνοδό του να τον βγάλει έξω από την τάξη», πρόσθεσε, αναφέροντας ότι έξω περίμεναν ήδη οι γονείς.
Κατά την περιγραφή του, η μητέρα αγκάλιασε τον Στυλιανό και εκείνος τη χτύπησε. Ο εκπαιδευτικός είπε ότι την άκουσε να του λέει: «Στυλιανέ μου, εκείνα που βλέπεις να κάνει ο πατέρας σου, μην τα κάνεις και εσύ».
Η φράση αυτή, εξήγησε, τον οδήγησε στην εκτίμηση ότι το παιδί ενδεχομένως γινόταν μάρτυρας ενδοοικογενειακής βίας.
Αναφερόμενος στην απουσία καθημερινής καταγραφής των περιστατικών, ο μάρτυρας δήλωσε:
«Αν ήξερα την κατάληξη -και είναι κάτι που μετάνιωσα- θα κρατούσα ένα ημερολόγιο. Κάθε μέρα θα είχα κάτι να γράψω. Είτε θα έσκιζε ένα φυλλάδιο, είτε θα έσκιζε μια πινακίδα είτε θα αναποδογύριζε την καρέκλα που είχε δίπλα του. Δεν έγραφα ημερολόγιο. Είναι ένα από τα λάθη που έκανα και παραδέχομαι».
Με την πάροδο του χρόνου, όπως είπε, προσάρμοσε την προσέγγισή του και ο Στυλιανός άρχισε να εμπιστεύεται περισσότερο τόσο τον ίδιο όσο και τη συνοδό, ενώ έγινε πιο συνεργάσιμος.
Οι δυσκολίες στα μαθήματα και η μετάβαση στη φάρμα
Στον μαθησιακό τομέα, ο εκπαιδευτικός ανέφερε ότι ο Στυλιανός «υπολειπόταν από το αναμενόμενο για τη β’ τάξη» και γι’ αυτό ακολουθούσε διαφοροποιημένη εργασία.
Απαντώντας σε ερώτηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, Έλενας Κωνσταντίνου, συνέδεσε τη μετάβαση του παιδιού στη φάρμα μετά το σχολείο με τον περιορισμό των ερεθισμάτων και του χρόνου που είχε για τις κατ’ οίκον εργασίες.
Ο Στυλιανός, σύμφωνα με τον δάσκαλο, του έλεγε ότι πήγαινε εκεί αμέσως μετά το σχόλασμα. Ο μάρτυρας υποψιαζόταν επίσης ότι τις εργασίες τις έκανε η μητέρα, επειδή διαπίστωνε διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα. Είχε, ως εκ τούτου, εισηγηθεί να μην πηγαίνει το παιδί στη φάρμα.
Η καθημερινή φροντίδα στο σχολείο
Ο εκπαιδευτικός κατέθεσε ότι ο Στυλιανός ερχόταν στο σχολείο με λερωμένα ρούχα και πρόσωπο, αχτένιστα μαλλιά και βρώμικα νύχια, ενώ συχνά φορούσε παπούτσια μεγαλύτερα από το μέγεθός του. Αναφέρθηκε ακόμη σε έντονη δυσάρεστη οσμή, εξαιτίας της οποίας άλλα παιδιά απέφευγαν να καθίσουν δίπλα του.
«Όταν περνούσα από τα θρανία των παιδιών για να διορθώσω φυλλάδια και έφτανα στο θρανίο του Στυλιανού, έπαιρνα βαθιά ανάσα, κρατούσα την αναπνοή μου, διόρθωνα το φυλλάδιο και απομακρυνόμουν για να συνεχίσω να αναπνέω», είπε, διευκρινίζοντας ότι η ένταση της οσμής διέφερε από ημέρα σε ημέρα.
Η συνοδός βοηθούσε κάθε πρωί το παιδί να πλυθεί, να βουρτσίσει τα δόντια του και να χτενιστεί. Μαζί με τον δάσκαλο προσπαθούσαν επίσης να ενισχύσουν την κοινωνικοποίησή του.
Αρχικά, στα διαλείμματα καθόταν μόνο με τη συνοδό. Σταδιακά συμμετείχε στο παιχνίδι των άλλων παιδιών, αν και παρέμενε, όπως τον περιέγραψε, «πολύ μαζεμένος».
Το φαγητό που κρατούσε για τα αδέλφια του
Οι ανάγκες του παιδιού είχαν γίνει αντιληπτές και στη διατροφή του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι «από τις πρώτες μέρες εντοπίσαμε ότι το πρωινό ήταν ελλιπές», καθώς ο Στυλιανός συχνά έφερνε μόνο λίγο τυρί ή ελιές.
Ο ίδιος και η συνοδός τού έδιναν φαγητό ή αγόραζαν κάτι από τη σχολική καντίνα. Το παιδί, ωστόσο, συχνά το κρατούσε για να το μεταφέρει στο σπίτι και να το μοιραστεί με τα αδέλφια του.
«Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι όποτε του έφερνα κέικ που είχε φτιάξει η σύζυγός μου, την επόμενη μέρα ερχόταν με αγρέλια στο σχολείο για να της τα πάρω», κατέθεσε.
Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό, η μητέρα μιλούσε για ανεπαρκές οικογενειακό εισόδημα και οικονομικές δυσκολίες, ενώ παραπονιόταν ότι ο πατέρας δεν βοηθούσε στο σπίτι. Ζητούσε κυρίως τρόφιμα και ρούχα, με την κοινότητα να συμμετέχει στην προσπάθεια στήριξης. Ο μάρτυρας προσέφερε επανειλημμένα ρούχα και η σύζυγός του αγόραζε γάλα σε σκόνη για την οικογένεια.
Ερωτηθείς για τον τρόπο με τον οποίο ο Στυλιανός αναφερόταν στους γονείς του, είπε ότι δεν μιλούσε θετικά, αλλά ούτε κατηγορούσε κάποιον. Περιγράφοντας την εικόνα που διατηρεί για τον μαθητή του, ανέφερε:
«Φανταστείτε ένα Άγιο ασκητή που τρώει λιτά, πεινάει αλλά δεν τρώει, φυλάει το φαΐ του για να το μοιραστεί με τα αδέλφια του και δεν κακολογεί ποτέ κανέναν».
Η διαδικασία συνεχίζεται την Τρίτη στις 11:00, με την αντεξέταση του μάρτυρα.


