Ο Κωστής Ευσταθίου αμφισβήτησε τον προσδιορισμό των οικονομικών παραπτωμάτων και το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης του Αββακούμ. Ο πατήρ Διονύσιος Κοπτίδης υποστήριξε ότι οι οικονομικές λεπτομέρειες προέκυψαν αργότερα και απέρριψε την κατηγορία της υπεράσπισης ότι ψεύδεται.
Την πρόθεσή της να καλέσει για μαρτυρία τον Μητροπολίτη Ταμασού Ησαΐα, καθώς και τα 16 πρόσωπα που εξουσιοδοτήθηκαν να μεταβούν στη Μονή Οσίου Αββακούμ για αντεξέταση, εξέφρασε η υπεράσπιση κατά τη διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.
Η αναφορά έγινε στο πλαίσιο της αντεξέτασης του μάρτυρα κατηγορίας, πατρός Διονυσίου Κοπτίδη, από τον Κωστή Ευσταθίου, συνήγορο του πρώτου κατηγορουμένου, μοναχού Νεκταρίου. Η διαδικασία επικεντρώθηκε στο τι είχε τεθεί ενώπιον των μοναχών πριν από τις φερόμενες παραδοχές τους, στον χρόνο συγκέντρωσης των οικονομικών στοιχείων και στη μεταφορά χρημάτων και αντικειμένων στη Μητρόπολη.
Η αμφισβήτηση της υπεύθυνης δήλωσης
Οι συνθήκες σύνταξης και υπογραφής υπεύθυνης δήλωσης από τον ιερομόναχο Αββακούμ αποτέλεσαν ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης.
Ο κ. Ευσταθίου ζήτησε να προσδιοριστεί η κατηγορία που αποδιδόταν στον Αββακούμ και να διευκρινιστεί εάν του είχε γνωστοποιηθεί προφορικά. Ο πατήρ Διονύσιος απάντησε ότι επρόκειτο για συγκεκριμένη κατηγορία θεομπαιξίας, η οποία αφορούσε την τοποθέτηση μύρου πάνω στον σταυρό.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος ετοίμασε την υπεύθυνη δήλωση. Ερωτηθείς για την υπογραφή της και τη σχέση της με το οπτικοακουστικό υλικό, επικαλέστηκε την ύπαρξη βίντεο και υποστήριξε ότι ο Αββακούμ είχε παραδεχθεί το περιεχόμενό της.
Η υπεράσπιση αντέκρουσε τη θέση αυτή, υποστηρίζοντας ότι ο ιερομόναχος ουδέποτε αποδέχθηκε όσα περιλαμβάνονταν στο έγγραφο. Ερωτήματα τέθηκαν επίσης για τον ρόλο του πατρός Διονυσίου και για το εάν κατέγραφε όσα του υπαγόρευαν ο Μητροπολίτης ή άλλα πρόσωπα.
Πότε προσδιορίστηκαν τα οικονομικά παραπτώματα
Για τον Νεκτάριο, ο συνήγορος επέμεινε στο εάν είχαν παρουσιαστεί συγκεκριμένες πράξεις οικονομικής φύσεως πριν από τη φερόμενη παραδοχή παραπτωμάτων.
Παραπέμποντας στη γραπτή κατάθεση του μάρτυρα, ανέγνωσε αναφορά σε «αδιαμφισβήτητα τεκμήρια» από καταγραφές οπτικοακουστικών συστημάτων, τα οποία αφορούσαν εκκλησιαστικά παραπτώματα, παραβάσεις εκκλησιαστικών κανόνων και ζητήματα οικονομικής φύσεως.
Ο πατήρ Διονύσιος διευκρίνισε ότι η συνάντηση στη Μητρόπολη Ταμασού δεν περιορίστηκε στα οικονομικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι λεπτομέρειες των οικονομικών ζητημάτων προέκυψαν αργότερα, μετά τις εμφανίσεις στη Μητρόπολη και την έναρξη των ερευνών που ακολούθησαν τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης.
Συνέδεσε τη συγκέντρωση σχετικών πληροφοριών τόσο με την οικονομική έρευνα όσο και με την ανακοίνωση της Μητρόπολης που καλούσε πολίτες να αναφέρουν προβλήματα ή παράπονα από τη Μονή.
Τα χρηματοκιβώτια και το ποσό των €790.000
Η αντεξέταση κάλυψε το ποσό των €790.000 που φέρεται να υπήρχε στα χρηματοκιβώτια της Μονής. Ο κ. Ευσταθίου ρώτησε εάν τα οικονομικά παραπτώματα συνδέονταν με χρήματα που δεν είχαν δηλωθεί στη Μητρόπολη.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το ποσό έπρεπε να είχε δηλωθεί, προσθέτοντας ότι εκείνη τη χρονική στιγμή δεν είχε πραγματοποιηθεί οικονομική έρευνα και ότι τα χρήματα δηλώθηκαν στη συνέχεια.
Ο δικηγόρος αμφισβήτησε κατά πόσο μπορούσε να αποδίδεται στον Νεκτάριο παραδοχή οικονομικών παραπτωμάτων χωρίς προηγούμενο συγκεκριμένο προσδιορισμό των πράξεων.
Για το άνοιγμα και την καταμέτρηση χρηματοκιβωτίου, επικαλέστηκε σημείο της κατάθεσης σύμφωνα με το οποίο ο ηγούμενος είχε ζητήσει να είναι παρών, καθώς γνώριζε τον κωδικό. Ζήτησε να διευκρινιστεί ποιος το άνοιξε και εάν ο Νεκτάριος παρέστη στη διαδικασία.
Ο πατήρ Διονύσιος απάντησε ότι ο ίδιος βρέθηκε στην καταμέτρηση για μερικά λεπτά και κατόπιν αποχώρησε.
Αντιπαράθεση για τις αναφορές σε ζητήματα σεξουαλικής φύσεως
Ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε επίσης σε σημείο της γραπτής κατάθεσης κατά το οποίο οι μοναχοί Νεκτάριος και Αββακούμ φέρονται να παραδέχθηκαν την ενοχή τους, αναζητώντας παράλληλα συμβιβαστική λύση.
Όταν ζητήθηκε να εξηγήσει τη διατύπωση ότι δεν είχαν άλλη επιλογή, ο πατήρ Διονύσιος είπε ότι αυτή αφορούσε και ζητήματα σεξουαλικής φύσεως, πέραν των οικονομικών.
Ο συνήγορος παρατήρησε ότι οι συγκεκριμένες αναφορές δεν περιλαμβάνονταν στη γραπτή κατάθεση και ρώτησε εάν ο Νεκτάριος είχε εξεταστεί ειδικά για τέτοια θέματα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε εξεταστεί για οικονομικά παραπτώματα, ενώ τα υπόλοιπα ζητήματα προέκυπταν από το οπτικοακουστικό υλικό.
Η υπεράσπιση υπέβαλε στον μάρτυρα ότι οι αναφορές του σε αδικήματα ηθικής ή σεξουαλικής φύσεως δεν επιβεβαιώνονταν από την κατάθεσή του και ότι ψεύδεται. Ο πατήρ Διονύσιος απέρριψε την κατηγορία.
Η πρόσκληση για παράπονα και η μεταφορά αντικειμένων
Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι ο Μητροπολίτης Ταμασού ζήτησε να εκδοθεί ανακοίνωση, με την οποία καλούνταν όσοι είχαν προβλήματα ή παράπονα από τη Μονή και τα μέλη της να επικοινωνήσουν με τη Μητρόπολη. Διευκρίνισε ότι δεν του είχε εξηγηθεί ο λόγος έκδοσής της.
Ο κ. Ευσταθίου συνέδεσε την ανακοίνωση με τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης και τα πρώτα τηλεφωνήματα προς τη Μητρόπολη. Ρώτησε πόσοι ανταποκρίθηκαν και ποιες ενέργειες ακολούθησαν. Ο πατήρ Διονύσιος είπε ότι δεν θυμόταν τον αριθμό των καταγγελιών, επιβεβαιώνοντας όμως ότι υποβλήθηκαν στην Αστυνομία.
Για τα αντικείμενα που παραλήφθηκαν από τη Μονή από 16 εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν πού τοποθετήθηκαν το βράδυ της μεταφοράς. Τα είδε ξανά το επόμενο διάστημα στο υπόγειο της Μητρόπολης.
Κλήθηκε επίσης να διευκρινίσει εάν γνώριζε τα πρόσωπα που εξουσιοδότησε ο Μητροπολίτης Ησαΐας και ποια ήταν η εμπλοκή ορισμένων στις ενέργειες που ακολούθησαν.
Η διαφωνία για τη σχέση Μονών και Μητροπολίτη
Στο σκέλος του εκκλησιαστικού και κανονικού δικαίου, ο συνήγορος και ο μάρτυρας διαφώνησαν για τον βαθμό αυτοτέλειας των Μονών και την έκταση της εξουσίας του οικείου Μητροπολίτη.
Ο κ. Ευσταθίου επικαλέστηκε τον Καταστατικό Χάρτη και εκκλησιαστικούς κανόνες, υποστηρίζοντας ότι οι επαρχιακές Μονές έχουν πλήρη αναφορά στον οικείο Μητροπολίτη. Ο πατήρ Διονύσιος ανέφερε ότι ο κανόνας που του διαβάστηκε αφορούσε το μοναχικό σχήμα και την εξέταση του υποψηφίου πριν από τη μοναχική κουρά.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι οι Μονές αποτελούν νομικά πρόσωπα, αλλά διαφώνησαν για το εάν αυτό συνεπάγεται ανεξαρτησία από τον Μητροπολίτη ή συνυπάρχει με εκκλησιαστική εξάρτηση.
Αντίδραση προκάλεσε και η σύγκριση της σχέσης Μητρόπολης και Μονών με εκείνη μητρικής εταιρείας και θυγατρικών. Ο δικηγόρος χαρακτήρισε την αναλογία «προσβλητική» για τη θρησκεία και τα μοναστήρια. Ο μάρτυρας απάντησε ότι τη χρησιμοποίησε για να εξηγήσει τη σχέση εξάρτησης από τον οικείο Μητροπολιτικό Θρόνο.
Επικαλούμενος τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας, ο κ. Ευσταθίου υποστήριξε ακόμη ότι η σχέση του Μητροπολίτη με μια Μονή αφορά τη σύμφωνη γνώμη του μόνο για την ανέγερση και την ίδρυση μοναστηριού.


