Χωρίς πρόοδο στα σημεία διέλευσης, στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και στη μεθοδολογία των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με την Προσωπική Απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ. Προσδοκίες για συμβιβασμούς στην τριμερή της 9ης Νοεμβρίου.
Στην πολιτική βούληση των δύο ηγετών και στην ετοιμότητά τους να εφαρμόσουν όσα συμφωνήσουν εντοπίζει η Μαρία Άνχελα Ολγκίν το ουσιαστικό ζητούμενο για την προώθηση της διαδικασίας στο Κυπριακό. Στη συνέντευξή της στην εφημερίδα «Αλήθεια», η οποία δημοσιεύεται σήμερα, η Προσωπική Απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ επισημαίνει ότι οι απευθείας επαφές είναι χρήσιμες, αλλά δεν αρκούν για να αποδείξουν την αποφασιστικότητα που χρειάζεται για την αλλαγή της υφιστάμενης κατάστασης.
Όπως αναφέρει, από την ενημέρωση που διαθέτει δεν προκύπτει πρόοδος ούτε στο ζήτημα των σημείων διέλευσης ούτε σε άλλα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Αντίστοιχα, δεν έχουν καταγραφεί βήματα προς μια συμφωνία για τη μεθοδολογία που πρέπει να προηγηθεί της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Η ίδια χαιρετίζει τις συναντήσεις των τελευταίων μηνών, ζητώντας όμως να συνοδευτούν από πρακτικά αποτελέσματα.
«Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συνεχίζω να προτρέπω και τους δύο ηγέτες να εφαρμόσουν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης οποιαδήποτε μέτρα που θα καταδεικνύουν την προθυμία τους να εργαστούν και να συνεργαστούν μεταξύ τους», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις εξαρτάται και από τις δύο πλευρές.
Το χάσμα ανάμεσα στη γνώση και στην απόφαση
Κατά την κ. Ολγκίν, οι δύο πλευρές γνωρίζουν τόσο τις αναγκαίες κινήσεις όσο και τα πεδία στα οποία θα μπορούσαν να αναζητηθούν συμβιβασμοί. Αντιλαμβάνονται επίσης ποιες ενέργειες θα διαμόρφωναν καταλληλότερες συνθήκες για διαπραγματεύσεις. Εκείνο που απαιτείται, όπως σημειώνει, είναι να αποφασίσουν να τις αρχίσουν και να παραμείνουν στη διαδικασία μέχρι την τελική συμφωνία.
Απαντώντας για τις προτάσεις που βρίσκονται υπό συζήτηση, παρατηρεί ότι η καταμέτρησή τους —τέσσερις, πέντε, επτά, δέκα ή δεκαεννέα— δεν αφορά την ουσία του προβλήματος.
«Το ζήτημα είναι κατά πόσον οι ηγέτες έχουν την ικανότητα και την πολιτική βούληση να συμφωνήσουν σε ορισμένες ή σε όλες και το σημαντικότερο να τις εφαρμόσουν», τονίζει.
Στο ίδιο πλαίσιο διατυπώνει την εκτίμηση ότι «και ίσως παραδόξως βρισκόμαστε ταυτόχρονα πολύ μακριά και πολύ κοντά σε μία συμφωνία».
Εξηγώντας αυτή τη θέση, αναφέρει ότι «βρισκόμαστε μακριά από μία συμφωνία διότι αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι δεν υπάρχει επαρκής πολιτική βούληση για σοβαρή ενασχόληση με τα δύσκολα ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν προκειμένου να επιτευχθεί μία συνολική διευθέτηση».
Παράλληλα, επισημαίνει ότι «βρισκόμαστε και κοντά διότι και οι δύο πλευρές γνωρίζουν τα συμφέροντά τους και αντιλαμβάνονται πως αυτά θα μπορούσαν να συγκεραστούν».
«Ισως κάποια μέρα οι ηγέτες γεφυρώσουν αυτό το χάσμα, εμπλακούν ουσιαστικά στη διαδικασία, επιλύσουν τα εκκρεμή ζητήματα και υιοθετήσουν μία μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα μεταμορφώσει το σημερινό μοντέλο συνύπαρξης και τη βαθιά διαίρεση στην Κύπρο», προσθέτει.
Οι προσδοκίες από την τριμερή της 9ης Νοεμβρίου
Η προγραμματισμένη τριμερής συνάντηση αποτελεί, για την Προσωπική Απεσταλμένη, μια ευκαιρία ώστε οι συζητήσεις μεταξύ των ηγετών να οδηγήσουν σε συμβιβασμούς.
Ερωτηθείσα τι πρέπει να συμφωνηθεί για να καταστεί δυνατή η επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, απαντά ότι «ελπίζω ότι η τριμερής συνάντηση κατά την επισκεψή μου θα αποτελέσει κίνητρο για τους δύο ηγέτες να καταλήξουν σε συμβιβασμό επί των πρωτοβουλίων που έχουν συζητήσει στις διμερείς συναντήσεις τους».
Πέρα από τις πρωτοβουλίες που έχουν ήδη τεθεί στις διμερείς επαφές, αναμένει να ακούσει τις θέσεις των δύο ηγετών για την οργάνωση της μελλοντικής διαδικασίας και για τα μέτρα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη.
«Ελπίζω επίσης ότι θα μοιραστούν μαζί μου τις απόψεις τους σχετικά με τη μεθοδολογία των μελλοντικών διαπραγματεύσεων, τα πιθανά μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και οποιαδήποτε άλλα ζητήματα θεωρούν σημαντικά. Θα ήθελα να επαναλάβω ότι η πρακτική συνεργασία η πολιτική βούληση και η κυπριακή ιδιοκτησία της διαδικασίας είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη λύσης», δηλώνει.
Η απάντηση για την παρουσία της στην Κύπρο
Η κ. Ολγκίν τοποθετείται και απέναντι στη θέση της Λευκωσίας σχετικά με την απουσία της από το νησί, εξηγώντας ότι οι διμερείς συναντήσεις δίνουν στους ηγέτες τη δυνατότητα να συνομιλούν ιδιαιτέρως και ελεύθερα, χωρίς να απαιτείται η δική της παρουσία.
Περιγράφει την αποστολή της ως διευκόλυνση της συνεννόησης και υποστήριξη της αναζήτησης κοινού εδάφους. Διευκρινίζει ότι δεν αποτελεί μέρος του διαλόγου και δεν συμμετέχει στις ίδιες τις διαπραγματεύσεις. Συνεπώς, κατά την ίδια, δεν χρειάζεται να εγκατασταθεί στην Κύπρο ούτε για να λάβει μέρος στις συνομιλίες ούτε για να εξασφαλίσει τη συνέχιση των επαφών των ηγετών.
«Οι Κύπριοι κρατούν το μέλλον τους στα δικά του χέρια ελπίζω μόνο ότι θα δώσουν προτεραιότητα σε όλα όσα τους ενώνουν και όχι στο οδυνηρό παρελθόν που έχουν βιώσει και οι δύο κοινότητες», υπογραμμίζει.
Η απόφαση για αλλαγή του status quo
Αναφερόμενη στη μακρόχρονη διατήρηση της σημερινής κατάστασης, η Προσωπική Απεσταλμένη σημειώνει ότι η ανατροπή της «είναι εξαιρετικά δύσκολη θα συμβεί μόνο όταν ένας ηγέτης αποφασίσει ότι η συμβίωση σε μία ενωμένη Κύπρο έχει μεγαλύτερη σημασία από τους πολιτικούς υπολογισμούς που τόσο συχνά καθορίζουν τις αποφάσεις όσων βρίσκονται σε ηγετικές θέσεις».
Συνδέει, παράλληλα, την ανάγκη λήψης αποφάσεων με τις πιέσεις που ενδέχεται να προκύψουν από το περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον.
«Ελπίζω μόνο ότι θα είναι έτοιμοι να κάνουν αυτό το βήμα σύντομα προτού οι περιφερειακές και παγκόσμιες εξελίξεις ασκήσουν ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις σε όλα τα έθνη αυτής της περιοχής του κόσμου», αναφέρει.
Η κ. Ολγκίν θεωρεί απαραίτητη τη συμμετοχή των Κυπρίων στη διαδικασία, επισημαίνοντας ότι καμία πλευρά δεν θα εξασφαλίσει το σύνολο των επιδιώξεών της. Εκτιμά, ωστόσο, ότι μια λύση θα προσέφερε πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη σε όλες τις κοινότητες. Η επιλογή για την προώθηση της διαδικασίας, καταλήγει, ανήκει στους ηγέτες και, πάνω από όλα, στους ίδιους τους Κυπρίους.


