ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Υπόθεση Αββακούμ: Σκληρή σύγκρουση για την αξιοπιστία του πάτερ Β. – «Πολλά ψέματα», έγγραφα και επίμαχες δαπάνες
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, η αντεξέταση του πάτερ Β., μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη για την υπόθεση της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ.
Ο συνήγορος υπεράσπισης Ευστάθιος Ευσταθίου αμφισβήτησε ευθέως την αξιοπιστία του μάρτυρα και υποστήριξε ότι, επιχειρώντας να αποκρύψει στοιχεία που αφορούν τον ίδιο, παρουσίασε αναληθή δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό έκανε λόγο για «πολλά ψέματα».
Η διαδικασία διακόπηκε με τον συνήγορο να αναφέρει ότι θα επανέλθει σε συγκεκριμένο κεφάλαιο της υπόθεσης, καθώς χρειάζονται πρόσθετα στοιχεία. Η ακρόαση θα συνεχιστεί την Τετάρτη στις 10:00.
Η αναφορά στην κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης
Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε σε υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης που, όπως είπε, αντιμετωπίζει ο πάτερ Β. ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου.
Κατά τη θέση της υπεράσπισης, ο μάρτυρας επιχείρησε να αποκρύψει τη συγκεκριμένη υπόθεση, γεγονός το οποίο ο συνήγορος συνέδεσε με την αξιοπιστία της μαρτυρίας του.
Ο πάτερ Β. αντέδρασε, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για κατηγορία που αντιμετωπίζει και όχι για διαπιστωμένο γεγονός. Παρέπεμψε, παράλληλα, στην κρίση της Δικαιοσύνης για όσα τίθενται σε βάρος του.
«Ό,τι έχω να πω θα το δείξει το Δικαστήριο», ανέφερε ο πάτερ Β., υποστηρίζοντας ότι οι καταγγελίες και τα στοιχεία που παρουσιάζονται εναντίον του αποσκοπούν στο να τον καταστήσουν αναξιόπιστο και να επηρεάσουν τη μαρτυρία του.
Ο κ. Ευσταθίου συνέχισε να ζητά εξηγήσεις για τη σχέση των συγκεκριμένων ζητημάτων με την εκδικαζόμενη υπόθεση, επαναφέροντας αναφορές οι οποίες περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.
Στο επίκεντρο ευχετήρια κάρτα προς 14χρονη
Κατά την αντεξέταση εξετάστηκε και ευχετήρια κάρτα την οποία, σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν, είχε δώσει ο πάτερ Β. σε 14χρονη.
Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι θυμόταν την κάρτα και εξήγησε ότι επρόκειτο για ευχετήρια κάρτα γενεθλίων, στην οποία είχε γράψει μια ευχή.
Η υπεράσπιση ζήτησε να διευκρινιστεί η σημασία της κάρτας σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, θέτοντας ερωτήματα για το περιεχόμενό της και τις περιστάσεις υπό τις οποίες παραδόθηκε.
Ο πάτερ Β. απάντησε ότι αντιμετωπίζει υποθέσεις και ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί πρέπει να κριθούν στο πλαίσιο των διαδικασιών που βρίσκονται ενώπιον των Δικαστηρίων.
Οι υπογραφές και τα έγγραφα που παραδόθηκαν στην Αστυνομία
Ξεχωριστό μέρος της διαδικασίας αφορούσε έγγραφα τα οποία είχαν παρουσιαστεί στον μάρτυρα κατά τη λήψη της κατάθεσής του από την Αστυνομία.
Ο πάτερ Β. επιβεβαίωσε ότι του είχε επιδειχθεί ένα μικρό χειρόγραφο χαρτί και ότι αναγνώρισε ως δική του την υπογραφή «ο Ιερ. Βαρ.». Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο Δικαστήριο, είχε επίσης αναγνωρίσει δύο υπογραφές του σε φύλλο Α4, ενώ άλλες αποδόθηκαν στον Μ.Π.
Όταν ρωτήθηκε για την ταυτότητα του Μ.Π., ο μάρτυρας απάντησε ότι ήταν «ένα παιδί» που βοηθούσε στη Μονή μαζί με τη μητέρα του.
Η αντεξέταση επεκτάθηκε στη Γ.Π., ηλικίας 14 ετών, η οποία, σύμφωνα με όσα τέθηκαν στη διαδικασία, παρέδωσε έγγραφα στην Αστυνομία. Ο πάτερ Β. επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για την αδελφή του Μ.Π.
Όπως εξήγησε, τα δύο αδέλφια βρίσκονταν καθημερινά στο μοναστήρι το προηγούμενο καλοκαίρι και προσέφεραν εθελοντικά βοήθεια στο εργαστήρι και σε άλλες δραστηριότητες.
Ερωτηθείς γιατί η ανήλικη παρέδωσε τα έγγραφα σε αστυνομικό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, μετά την καταγγελία και καθώς η οικογένεια γνώριζε την ύπαρξη ζητήματος πλαστογραφίας, ενδεχομένως να χρειάζονταν δείγματα της υπογραφής του Μ.Π.
Ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε τη συνάφεια και τη λογική της εξήγησης, εγείροντας ερωτήματα για την προέλευση των εγγράφων και των υπογραφών.
Η διαφωνία για τον Νεκτάριο και τα χρήματα της Μονής
Ένα ακόμη βασικό πεδίο αντιπαράθεσης αποτέλεσε η χρήση του όρου «Μονή» από τον πάτερ Β. και η διάκρισή του από το πρόσωπο του Αρχιμανδρίτη Νεκταρίου.
Ο κ. Ευσταθίου ζήτησε να αποσαφηνιστεί εάν οι δαπάνες που γίνονταν για τον μάρτυρα αποτελούσαν προσωπικά έξοδα του Αρχιμανδρίτη ή έξοδα της Μονής.
Ο πάτερ Β. ανέφερε αρχικά ότι πιθανότερα επρόκειτο για τον πατέρα Νεκτάριο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι όσα αγοράζονταν δεν αποτελούσαν προσωπικά δώρα, αλλά αναγκαία είδη για έναν μοναχό ή διάκονο, τα οποία όφειλε να προμηθεύεται η Μονή.
Η υπεράσπιση επέμεινε ότι, εφόσον τις δαπάνες πραγματοποιούσε ο Νεκτάριος και από αυτές επωφελείτο προσωπικά ο μάρτυρας, επρόκειτο για δαπάνες ή «δώρα» του Αρχιμανδρίτη προς τον ίδιο.
Ο πάτερ Β. απέρριψε αυτή την προσέγγιση και εξήγησε ότι ο Ηγούμενος πραγματοποιούσε τις αγορές για λογαριασμό της Μονής.
«Όταν λέω “η Μονή” σημαίνει Νεκτάριος», είπε, διευκρινίζοντας ότι απευθυνόταν στον Ηγούμενο επειδή εκείνος διαχειριζόταν τα χρήματα.
Σε άλλο σημείο κατέθεσε ότι, όταν χρειαζόταν κάτι, απευθυνόταν σε εκείνον «που είχε τα λεφτά», δηλαδή στον πατέρα Νεκτάριο, επιμένοντας όμως ότι τα χρήματα ανήκαν στη Μονή.
Ο κ. Ευσταθίου ζήτησε να γίνει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στη Μονή και στον Νεκτάριο ως φυσικό πρόσωπο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι η Μονή αποτελεί το σύνολο, ενώ ο Νεκτάριος, υπό την ιδιότητά του ως Ηγούμενος, ήταν εκείνος που διαχειριζόταν πρακτικά τα οικονομικά της.
Τα άμφια, τα ζωστικά και οι υπόλοιπες αγορές
Οι δαπάνες για εκκλησιαστικά είδη που χρησιμοποιούσε ο πάτερ Β. αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο της αντεξέτασης. Μεταξύ αυτών αναφέρθηκαν τρία καινούργια ζωστικά, καλυμμαύχι, κουκούλιο, παπούτσια, ρούχα και άμφια.
Ο συνήγορος υπέβαλε στον μάρτυρα ότι τα είδη αγοράστηκαν για τον ίδιο και τον κάλεσε να εξηγήσει γιατί έπρεπε να τα προμηθευτεί ο Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος.
Ο πάτερ Β. απάντησε ότι ήταν απαραίτητα για την υπηρεσία του και πως οι αγορές πραγματοποιούνταν πρακτικά από τον Νεκτάριο, με χρήματα όμως της Μονής.
Πρόσθεσε ότι αρκετά από τα άμφια που χρησιμοποιούσε δεν είχαν αγοραστεί ειδικά για εκείνον, αλλά βρίσκονταν στο μοναστήρι από προηγούμενα χρόνια. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε φορέσει άμφια άλλου πατρός, τα οποία υπήρχαν στη Μονή για περίπου 20 χρόνια, καθώς και άμφια που είχαν χρησιμοποιήσει άλλοι διάκονοι.
Η υπεράσπιση επανήλθε επανειλημμένα στο ερώτημα ποιος χειριζόταν τα χρήματα και ποιος πραγματοποιούσε τις αγορές. Ο μάρτυρας διατήρησε τη θέση ότι, παρότι στις καταθέσεις του χρησιμοποιούσε το όνομα του Νεκταρίου, εννοούσε τη Μονή, επειδή ο Ηγούμενος ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν τα χρήματά της.
Η συγκεκριμένη πτυχή θα απασχολήσει εκ νέου τη διαδικασία, η οποία θα συνεχιστεί την Τετάρτη στις 10:00 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 'ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ'