ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Έκθεση-φωτιά για τη φονική πυρκαγιά στη Λεμεσό: Ευθύνες και σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα πολιτικής προστασίας
Σοβαρές θεσμικές ανεπάρκειες, επιχειρησιακά κενά και κρίσιμες καθυστερήσεις που στοίχισαν ανθρώπινες ζωές, αναδεικνύει η κοινή έκθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εσωτερικών, Γεωργίας και Περιβάλλοντος για τη φονική πυρκαγιά του καλοκαιριού του 2025 στη Λεμεσό, καταγράφοντας με σαφήνεια ευθύνες, παραλείψεις και δομικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού.
Η έκθεση, η οποία κατατέθηκε ενόψει της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής την Πέμπτη 2 Απριλίου, σκιαγραφεί μια εικόνα ασυντόνιστης αντίδρασης, ελλιπούς προετοιμασίας και αδυναμίας αποτελεσματικής διαχείρισης της κρίσης, παρά την αυταπάρνηση των δυνάμεων πρώτης γραμμής.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε πολιτικά και υπηρεσιακά πρόσωπα, με την έκθεση να σημειώνει ότι η Υπουργός Γεωργίας Μαρία Παναγιώτου «προσπάθησε να μετακυλήσει την ευθύνη του συντονισμού στον Αρχιπύραρχο».
Παράλληλα, καταγράφονται σημαντικά προβλήματα επιχειρησιακής ετοιμότητας, με ελλείψεις σε προσωπικό, εξοπλισμό και μέσα πυρόσβεσης, καθώς και σοβαρά κενά στον μηχανισμό κεντρικού συντονισμού. Οι διαδικασίες εκκένωσης και η επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων φορέων χαρακτηρίζονται ανεπαρκείς, ενώ επισημαίνονται δυσλειτουργίες που οδήγησαν σε κρίσιμες καθυστερήσεις.
Η έκθεση καταγράφει επίσης: «σημαντικές αντιφάσεις ανάμεσα σε δημόσιες δηλώσεις υπουργών και υπηρεσιακών παραγόντων των κρατικών υπηρεσιών που έγιναν κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές και στις αντίστοιχες τοποθετήσεις τους ενώπιον των επιτροπών ή/και άρνηση ορισμένων εξ αυτών να απαντήσουν σε ερωτήματα βουλευτών τα οποία τέθηκαν κατ’ επανάληψη».
Σε ό,τι αφορά την Υπουργό Γεωργίας, η έκθεση είναι ιδιαίτερα αιχμηρή, σημειώνοντας ότι: «αποφεύγοντας συστηματικά να απαντήσει επί της ουσίας των ερωτήσεων των μελών των επιτροπών και άλλων παρευρισκόμενων βουλευτών, προσπάθησε να μετακυλήσει την ευθύνη του συντονισμού στον Αρχιπύραρχο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κύπρου».
Προσθέτει ακόμη ότι: «αρνήθηκε να αιτιολογήσει την απουσία κατά τον ουσιώδη χρόνο σε εκδήλωση για τις μαύρες επετείους στην Αυστραλία του γενικού διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης του Υπουργείου», ενώ επισημαίνεται πως «παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της Επιτρόπου Περιβάλλοντος, ουδέποτε πραγματοποίησε συνάντηση μαζί της όσον αφορά το όλο θέμα».
Επιπλέον, καταγράφεται ότι η Υπουργός: «δεν ανταποκρίθηκε εν γένει επαρκώς στα καθήκοντά της και επιπροσθέτως, παρά την παρουσία της κατά τη συζήτηση, δεν διευκόλυνε το έργο των επιτροπών και την άσκηση του δέοντος κοινοβουλευτικού ελέγχου», ενώ «ανάλογη στάση τήρησε και ο γενικός διευθυντής του πιο πάνω αναφερόμενου υπουργείου».
Σημαντικές ελλείψεις εντοπίζονται και στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Κύπρου, με την έκθεση να επισημαίνει ότι η υποστελέχωση και η ανεπαρκής υλικοτεχνική υποδομή επηρεάζουν άμεσα την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, καλώντας για άμεση κάλυψη των κενών.
Παράλληλα, ο Αρχηγός Αστυνομίας φέρεται να απέφυγε να δώσει εξηγήσεις για το γεγονός ότι δεν έκλεισε δρόμος στον οποίο έχασαν τη ζωή τους δύο πολίτες, παραπέμποντας σε εσωτερική έρευνα.
Από την πλευρά του, ο Υπουργός Εσωτερικών «αναγνώρισε ότι, με βάση τα λεχθέντα στο πλαίσιο των συνεδριάσεων των επιτροπών και του δέοντος κοινοβουλευτικού ελέγχου, υπήρξαν αδυναμίες όσον αφορά το ζήτημα των διαδικασιών εκκένωσης περιοχών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης».
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις καθυστερήσεις αντίδρασης, καθώς ο χρόνος πρώτης ανταπόκρισης ανήλθε στα 15 λεπτά αντί των 6 που αρχικά είχαν αναφερθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η πρώτη κλήση έγινε στις 13:28, η ενεργοποίηση των πτητικών μέσων δόθηκε στις 13:49 και η πρώτη ρίψη πραγματοποιήθηκε στις 14:18, δηλαδή περίπου 50 λεπτά μετά τον εντοπισμό της πυρκαγιάς.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης σοβαρά προβλήματα συντονισμού με την Πολιτική Άμυνα, οδηγώντας σε αποσπασματικές εκκενώσεις, με προέδρους κοινοτήτων να αναγκάζονται να ενεργήσουν αυτόνομα.
Παρά τις αδυναμίες, γίνεται ειδική μνεία στην αυταπάρνηση των δυνάμεων πυρόσβεσης, της Πολιτικής Άμυνας, της Αστυνομίας, της Εθνικής Φρουράς και των εθελοντών, των οποίων όμως η προσπάθεια δεν υποστηρίχθηκε από έναν ξεκάθαρο και θεσμοθετημένο μηχανισμό συντονισμού.
Οι Επιτροπές θέτουν σαφείς κατευθύνσεις για το μέλλον, ζητώντας ενίσχυση της Πολιτικής Άμυνας, εκσυγχρονισμό των επικοινωνιακών συστημάτων, ξεκάθαρη κατανομή αρμοδιοτήτων και ολοκληρωμένο στρατηγικό σχεδιασμό για την πρόληψη και διαχείριση πυρκαγιών.
Παράλληλα, προτείνουν την τακτική ενημέρωση των κοινοτήτων, τη διενέργεια ασκήσεων ετοιμότητας και την ενίσχυση των πολιτών με γνώση και εργαλεία πρόληψης.
Σημαντικές εισηγήσεις καταγράφονται και για την αποκατάσταση των πληγεισών περιοχών, με έμφαση σε σαφές χρονοδιάγραμμα αποζημιώσεων, ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και δίκαιη αντιμετώπιση των περιπτώσεων μη αδειοδοτημένων κατοικιών, με γνώμονα, όπως επισημαίνεται, την «ανάγκη δίκαιης και κοινωνικά ευαίσθητης ρύθμισης, χωρίς αποκλεισμούς».
Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη περιβαλλοντικής αποκατάστασης, πρόληψης πλημμυρών, κατασκευής υποδομών πυροπροστασίας και δημιουργίας αντιπυρικών ζωνών, καθώς και την εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων εντοπισμού πυρκαγιών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη δημιουργία μητρώου εθελοντών πολιτικής προστασίας και στην καθιέρωση ενιαίου πρωτοκόλλου κινητοποίησής τους, με επαρκή εκπαίδευση και χρηματοδότηση.
Καταληκτικά, οι Επιτροπές τονίζουν την ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου και θεσμοθετημένου μηχανισμού πολιτικής προστασίας, με σαφείς αρμοδιότητες, σύγχρονα εργαλεία και εκπαιδευμένο προσωπικό, επισημαίνοντας ότι χωρίς αυτές τις τομές, η χώρα παραμένει ευάλωτη σε αντίστοιχες κρίσεις στο μέλλον.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 'ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ'